
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009
Το σημάδι
Απρίλιος 1204. Ένα νεογέννητο αγόρι γλιτώνει από τις φλόγες της πυρπολημένης Κωνσταντινούπολης. Οι Σταυροφόροι έχουν σκοτώσει τον πατέρα του. Αργότερα θα κάψουν την μητέρα του. Το αγόρι θα μεγαλώσει με θετούς γονείς και θα ζήσει κουβαλώντας δυο κληρονομιές: των φυσικών γονιών του, που κατάγονται από την ελληνική χερσόνησο, και των θετών, που έλκουν την καταγωγή τους από την Κωνσταντινούπολη.Μεγαλώνοντας, θα ζήσει τη βυζαντινή αντίσταση στη φραγκική ορμή για κατάκτηση, τις ίντριγκες και τους λυσσώδεις ανταγωνισμούς που στοχεύουν στην εξουσία παντί τρόπω, θα ερωτευτεί, θα γνωρίσει τις στέπες των απογόνων του Τζέκινς Χαν, και θα δει τον ίδιο του το γιο πειρατή, σφαγέα Φράγκων και Ελλήνων αδιακρίτως...Ένα μυθιστόρημα ποταμός. Περιπέτειες και τόποι, συμπεριφορές και ήθη, λεπτομέρειες και χρώματα αναβιώνουν οικογενειακές και πολιτικές υποθέσεις υψίστης σημασίας, με τα γεγονότα να καταπλήσσουν τον αναγνώστη σε κάθε σελίδα και να τον κάνουν να αναρωτιέται που σταματάει ο μύθος και που αρχίζει η αλήθεια της ιστορίας. Της ιστορίας μας.(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η Ιστορία, ως πηγή έμπνευσης και ως πεδίο μυθοπλαστικής άσκησης, φαίνεται ότι διατηρεί αμείωτη τη γοητεία της. Εδώ και αρκετά χρόνια, πολλοί συγγραφείς, δόκιμοι ή πρωτοεμφανιζόμενοι, επιστρέφουν εξακολουθητικά στο παρελθόν και επιχειρούν τη μυθοπλαστική ανάπλασή του, καθιστώντας πλέον το ιστορικό μυθιστόρημα ένα αναγνωρίσιμο είδος της σύγχρονης εγχώριας λογοτεχνικής παραγωγής. Πού οφείλεται όμως η εμφάνιση και η σταθεροποίηση της τάσης αυτής; Σε κάποια μόδα; Στην εύκολη άντληση ιδεών και θεμάτων από την πλούσια ιστορική δεξαμενή; Στην καταφυγή σ ένα εξιδανικευμένο παρελθόν μπροστά στην υπαρκτή ή φανταστική κρίση του παρόντος; Στο φόβο και στο κλείσιμο σ ένα εθνικό κέλυφος, ως αντίδραση στο άνοιγμα του κόσμου προς υπερεθνικά σύνολα και ως αντίσταση στην, μ έναν ορισμένο τρόπο θεωρούμενη, παγκοσμιοποίηση; Στο μεταμοντέρνο επαναπροσδιορισμό τής καταγωγής και τής συγκρότησης των κάθε είδους ταυτοτήτων; Στα ερωτήματα αυτά απαντούν μόνα τους πολλά από τα ιστορικά μυθιστορήματα, με τους κειμενικούς και νοηματικούς τους τρόπους, αναδεικνύοντας μάλιστα και μια πολλαπλότητα θεματικών και οπτικών. Συχνά όμως είναι έντονα παρούσες και οι αφηγηματικές δυσκολίες του είδους, όπως οι απλοϊκές περιγραφές, η υποταγή της μυθοπλασίας στη χρονικογραφία, οι σχηματικοί χαρακτήρες, η αναπαραγωγή της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης και των ανάλογων στερεοτύπων.Αφορμή για τις παραπάνω παρατηρήσεις είναι η πρόσφατη κυκλοφορία ενός ακόμα ιστορικού μυθιστορήματος, το οποίο εξεδόθη από την «Εστία», με τον τίτλο «Το σημάδι» και συγγραφέα τον Θεόφιλο Ελευθεριάδη. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα, μετά «Το τελευταίο θαύμα», που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2004 (!), από τις εκδόσεις «Ερωδιός» της Θεσσαλονίκης και ανήκει κι αυτό στο ίδιο είδος. Ο Ελευθεριάδης γεννήθηκε το 1960 στην Καβάλα, όπου ζει και εργάζεται και παρ όλο που το αντικείμενο των σπουδών του ήταν άλλο, φαίνεται ότι τον ελκύει, τουλάχιστον ως συγγραφέα, το ιστορικό παρελθόν. Χαρακτηριστικό είναι ότι, και στα δύο μυθιστορήματά του, παραθέτει μια πλούσια βιβλιογραφία, την οποία προφανώς χρησιμοποίησε για τις αφηγήσεις του. Μετά τους ελληνιστικούς χρόνους, στους οποίους εκτυλίσσεται το πρώτο του μυθιστόρημα, στο «Σημάδι» ο Ελευθεριάδης επέλεξε την εποχή της Φραγκοκρατίας ως τον ιστορικό καμβά της μυθοπλασίας του. Η περίοδος αυτή, η οποία αρχίζει από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Λατίνους σταυροφόρους και τελειώνει με την ανάκτησή της το 1261, είναι πλουσιότατη σε πολιτικά και πολεμικά γεγονότα και σε πολλαπλές πολιτισμικές ανακατατάξεις. Λογοτεχνικά όμως, άφησε σχετικά αδιάφορους τους εγχώριους πεζογράφους, με σημαντικότερη εξαίρεση τον Αγγελο Τερζάκη και το κλασικό πλέον μυθιστόρημά του «Η πριγκιπέσα Ιζαμπώ».Ο Ελευθεριάδης αρχίζει την αφήγησή του τις φρικτές μέρες της κατάληψης της Πόλης με τη γέννηση του βασικού του ήρωα Πορφύριου, τη ζωή τού οποίου παρακολουθεί στενά. Με τον ίδιο τρόπο αποδίδει αργότερα και την πορεία του γιου του Θεόδωρου, του άλλου ήρωά του. Πρόκειται όμως για δύο εντελώς διαφορετικές διαδρομές. Ο Πορφύριος, βρέφος ακόμα, καταφεύγει με τη μητέρα του στο νεοσύστατο κράτος της Νίκαιας, όπου υιοθετείται από έναν ευγενή και συγκλητικό και ανατρέφεται αρχοντικά. Εξαιρετικά φιλομαθής και υπεύθυνος, παρά τις κάποιες αντιξοότητες θα ενταχθεί στη διοίκηση του κράτους και θα υπηρετήσει τους βασιλείς της Νίκαιας. Τον ιδρυτή του κράτους Θεόδωρο Λάσκαρη αρχικά, τον πανάξιο διάδοχό του Ιωάννη Βατάτζη αργότερα, τον ανεπαρκή Θεόδωρο Β Λάσκαρη, όταν φυλακίστηκε κιόλας, και τέλος τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, επί των ημερών τού οποίου ανακτήθηκε η Πόλη. Ο Θεόδωρος, ατίθασος και παραβατικός από μικρός, θα φύγει από τη Νίκαια και σε λίγα χρόνια θα αναδειχθεί σ έναν αδίστακτο πειρατή στο Αιγαίο. Οι δυο τους θα συναντηθούν στην Κωνσταντινούπολη πια, όταν ο Θεόδωρος αρχίζει σιγά σιγά να μεταστρέφεται και εντάσσεται στο ναυτικό του αυτοκράτορα, αναλαμβάνοντας μάλιστα και διάφορες εμπιστευτικές αποστολές.Ο συγγραφέας οργανώνει τη μυθοπλασία του γύρω από τους δύο ήρωές του και τις διαφορετικές εμπειρίες και περιπέτειές τους. Η αφήγηση ανελίσσεται σ ένα χρονικό διάστημα εξήντα και πλέον χρόνων και επεισόδιά της εκτυλίσσονται σ όλο τον πρώην βυζαντινό χώρο και πολλούς ακόμα τόπους. Μάλιστα, θυμίζοντας και το προτελευταίο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Εκο «Μπαουντολίνο», φθάνει στα βάθη της Ασίας, μ αφορμή ένα μακροχρόνιο πρεσβευτικό ταξίδι του Πορφύριου στον Χάνο των Μογγόλων και περιγράφει τους τόπους, τους λαούς και πολλές συνήθειές τους. Οι πολεμικές δε συγκρούσεις, τα πειρατικά ρεσάλτα και η αιχμαλωσία ανθρώπων για τα σκλαβοπάζαρα, η ωμή βία, η γενικευμένη ανασφάλεια και οι λεηλασίες, οι αυλικές ίντριγκες και οι συνωμοσίες αναπλάθονται συχνά και πειστικά. Εκείνο όμως που αναδεικνύει ιδιαίτερα ο Ελευθεριάδης, και σε βάρος μάλιστα της ισορροπίας της αφήγησής του, είναι η πολιτικοστρατιωτική συγκυρία της περιόδου. Ετσι, περιγράφει την κατανομή των εδαφών τής καταλυμένης αυτοκρατορίας σε λατινικά βασίλεια, αλλά και την ίδρυση από βυζαντινούς ηγέτες κρατών, όπως της Νίκαιας, της Τραπεζούντας, του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Με επίκεντρο δε το βασίλειο της Νίκαιας, περιγράφει τον ανταγωνισμό μεταξύ των βυζαντινών κρατών για την κληρονομιά τής αυτοκρατορίας και την ανακατάληψη της Πόλης και τις επακόλουθες, αντιφατικές και διαρκώς μεταβαλλόμενες, σχέσεις πολέμου και συμμαχιών ανάμεσά τους. Προβάλει ιδιαίτερα τις συνεχείς συγκρούσεις με τους Φράγκους και τη διάχυτη λαϊκή αντίσταση εναντίον τους, καθώς και την έντονη θρησκευτική αντίθεση που φθάνει έως την άρνηση οποιασδήποτε μορφής ένωσης με τη δυτική εκκλησία, όπως αυτή την οποία επιχείρησε ο Μιχαήλ Παλαιολόγος για πολιτικούς καθαρά λόγους. Μέσα σ αυτό το περιβάλλον ζουν και κινούνται οι επινοημένοι μαζί με τους ιστορικά υπαρκτούς ήρωες του συγγραφέα. Συχνά όμως αποδίδονται μονοδιάστατοι και σχηματικοί, αφού προκρίνεται ο ρόλος τους στην πολιτική συγκυρία και υποβαθμίζονται τα αισθήματα, οι εσωτερικές συγκρούσεις, τα άλλα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους εν τέλει. Εξαίρεση αποτελεί ο Θεόδωρος και η απόδοση της μεταστροφής του.
Κλισέ «εθνικής» αφήγησης
Η αφήγηση ανελίσσεται γραμμικά και ακολουθεί τη χρονική και ιστορική εξέλιξη. Για την εισαγωγή δε σ αυτήν, ο Ελευθεριάδης χρησιμοποιεί το συνηθισμένο πλέον εύρημα της υποτιθέμενης ανακάλυψης κάποιων χειρογράφων και της παράθεσής τους εν συνεχεία. Ενας σύγχρονος, αδιάφορος μάλλον, νέος, «κληρονομεί» από κάποιον μακρινό του συγγενή τα τετράδια με τα αποτελέσματα των ερευνών του για την ιστορία και τη διαδρομή της οικογενείας τους. Η ανάγνωση των τετραδίων από τον ίδιο εγκιβωτίζεται στην αφήγηση και αποτελεί τον κύριο κορμό της. Τα αφηγούμενα και η συνέχεια της οικογενειακής καταγωγής επιβεβαιώνονται, με έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο, όταν ο νεογέννητος γιος του έχει ένα χαρακτηριστικό σημάδι ανάμεσα στα δάκτυλα του χεριού του, όπως ο Θεόδωρος και άλλοι από τους προγόνους του. Εκτός όμως από την οικογενειακή συνέχεια, το μυθιστόρημα αποδέχεται και προβάλλει το θεώρημα της αδιατάρακτης συνέχειας του Ελληνισμού και άλλα πολλά μοτίβα και κλισέ της κυρίαρχης «εθνικής» ιστορικής αφήγησης για την περίοδο αυτή (και όχι μόνο). Εμφανίζει με έναν υπερβολικό τρόπο την ελληνική συνείδηση ως ήδη διαμορφωμένη και μαζικά αποδεκτή, ενώ σπερματικά μόνο διακρινόταν σε κάποιους κύκλους λογίων. Παρά τις όποιες ενστάσεις και παρατηρήσεις όμως, ο Ελευθεριάδης κατασκευάζει μιαν ικανοποιητική μυθιστορηματική σύνθεση με εξαιρετική ανάπλαση μιας σχετικά άγνωστης εποχής και με στρωτή και ρέουσα αφήγηση.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΚΩΤΙΑΣΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 03/06/2005
Το τελευταίο θαύμα

Ο Θεόδωρος είναι ένας Αθηναίος με καταγωγή απ την Σάμο, που αγωνίζεται να επιβιώσει στην Αθήνα των Ελληνιστικών χρόνων. Η Αθήνα εκείνης της εποχής ζούσε μια μετάβαση προς έναν πιο «παγκοσμιοποιημένο» τρόπο ζωής. Ο Μ. Αλέξανδρος μίκρυνε την σημασία των πόλεων-κρατών, οδηγώντας τις ελληνικές πόλεις σε παρακμή πολιτική και ηθική. Ο ήρωας συλλαμβάνεται και στρατολογείται από τον Αθηναίο στρατηγό Κάλλιπο για να αποσταλεί στην Βόρεια Ελλάδα, με σκοπό την συλλογή πληροφοριών σχετικά με επικείμενη εισβολή Γαλάτων. Εκτελεί την αποστολή του και όταν οι Γαλάτες παρασύρονται σε επίθεση εναντίον των Ελλήνων, ο ήρωας μετέχει της άμυνας, αυτόπτης μάρτυρας του τελευταίου θαύματος.
Συμπληρωματικές πληροφορίες γιά τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο :
Παράρτημα για το «Τελευταίο Θαύμα»
σελ. 25
Στη Σάμο το όνομα Θεόδωρος ήταν εν χρήσει , δεδομένου ότι ο άνθρωπος που πρώτος έχυσε χαλκό σε καλούπι δημιουργώντας το πρώτο χάλκινο άγαλμα της αρχαιότητας ήταν ο Σαμιώτης γλύπτης Θεόδωρος τον 7ο π.χ. αιώνα .
Στο επίτευγμά του αυτό ο γλύπτης Θεόδωρος ,είχε σημαντικότατη βοήθεια απ` τον συμπατριώτη του Ροίκο.
σελ. 29
Ο Αρριανός ( Αλεξανδρου Αναβασις Α , 4 - ) κι ο Στράβωνας ( Ζ, 3,8 ) περιγράφουν την σκηνή με τον Μέγα Αλέξανδρο να δέχεται Κέλτικη πρεσβεία στις όχθες του Δούναβη και στην ερώτηση του τι φοβούνται περισσότερο οι Κέλτες να ακούει την περίφημη απάντηση
" Μόνο το να μας πέσει ο ουρανός στο κεφάλι " .
Αυτό που δεν είναι ευρύτερα γνωστό , είναι ότι τα παραπάνω λόγια αποτελούν ένα είδος όρκου που οι Κέλτες χρησιμοποιούσαν γιά να επικαλεστούν τα στοιχεία της Φύσης στην τήρηση μιάς υποχρεώσης που αναλάμβαναν .
Πράγματι ! Κέλτικα μεσαιωνικά νομικά εγχειρίδια από την Ιρλανδία διατηρούν την έκφραση αυτή ως εξής :
"Θα μείνουμε πιστοί εκτός αν ο ουρανός πέσει και μας πλακώσει , ή η Γη ανοίξει και μας καταπιεί, ή η θάλασσα σηκωθεί και μας σκεπάσει ."
Παρόμοιο όρκο καταγράφεται να παίρνει αιώνες αργότερα από την εποχή " Του Τελευταίου Θαύματος " ο στρατός του Conchobhar του Ulster (στο Tain Bo Cuailgne ) , κι επίσης ξαναβρίσκουμε τον ίδιο όρκο σε παλιά κέλτικα βιβλία (όπως πχ στο κέλτικο βιβλίο του Leinster , Leabhar na Nuacongbhala ) .
Ιστορικοί των ημερών μας κάνουν την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα υπόθεση ότι ο Αλεξανδρος είχε έρθει σε συμφωνία με την Κελτική πρεσβεία ώστε αυτοί να χτυπάνε τους επικίνδυνους γιά την Μακεδονία Αυταριάτες Ιλλυριούς όσο αυτός θα ήταν αποσχολημένος στην Ανατολή , κι ότι οι αρχαίοι συγγραφείς παρερμήνευσαν το νόημα των παραπάνω λόγων , μιάς και δεν γνώριζαν τον Γαλατικό τρόπο σκέψης και έκφρασης.
Υπόθεση που ενισχύεται από τον μεγάλο αριθμό Μακεδονικών νομισμάτων στους Κελτικούς οικισμούς των βορείων Βαλκανίων , καθώς κι από την αποστολή Κελτικής πρεσβείας στην Βαβυλώνα η οποία όμως δεν πρόλαβε τον Αλέξανδρο ζωντανό .
Μάλιστα , η σχέση του Αλέξανδρου με τους Κέλτες ίσως είχε αρχίσει πολύ παλιότερα αν είναι αλήθεια οι φήμες που τον ήθελαν αναμεμιγμένο στην δολοφονία του πατέρα του , δεδομένου ότι ο άνδρας με το όνομα Παυσανίας που σκότωσε τον Φίλιππο τον Β' φέρεται ,κατά τον Peter Berresford Ellis, να κρατούσε Κελτικό ξίφος.
σελ. 33
Στην αρχαία Αθήνα δεν υπήρχε η ποινή της φυλάκισης , εκτός από την περίπτωση που ο κατηγορούμενος χρωστούσε χρήματα στην πολιτεία.
Στις υπόλοιπες των περιπτώσεων ο κατηγορούμενος εκρατείτο στο δεσμωτήριον (κρατητήριο ) μόνον μέχρι να γίνει η δίκη του .
σελ. 35
Το 279 πχ εισέβαλλαν στην Ελλάδα οι Γαλάτες .
Αυτή ειναι κι η πρώτη φορα που αναφέρονται σε Ελληνικά κείμενα μ` αυτό το όνομα. Μέχρι τότε οι Έλληνες τους γνώριζαν σαν " Κελτούς " δηλαδή Κέλτες.
Η πρώτη αναφορά σ` αυτούς γίνεται τον 5ο πχ αιώνα από τον Εκαταίο τον Μιλήσιο στο βιβλίο του Ευρώπη (σύμφωνα με αποσπάσματα του βιβλίου που διασώθηκαν από τον Στέφανο Βυζάντιο ). Ο Εκαταίος μάλιστα αναφέρει δύο πόλεις τους , την Νύρακα και την Νάρβωνα , που είναι μάλλον η σημερινή Narbonne.
Κατά τον Παυσανία , τον Διόδωρο , και τον Αμμιανό Μαρκελλίνο , οι Κελτοί κατάγονταν από τον
Ηρακλή .
Μαζί τους συμφωνεί κι ο Παρθένιος της Νίκαιας που μας λέει ότι ο Ηρακλής κοιμήθηκε με την Κελτινή που ήταν κόρη του Βριτανού και γεννήθηκε ο Κελτός , ο γενάρχης των Κελτών. Όμως...υπήρξε κι ενας άλλος Ελληνας ιστορικός που ήταν σύγχρονος των γεγονότων της εισβολής κι είχε διαφορετική γνώμη . Ηταν ο Τιμαίος από το Ταυρομένιο (δηλ. την Ταοrmina) ,που υποστήριξε ότι οι Κέλτες ήταν απόγονοι του Κύκλωπα Πολύφημου και της Γαλάτειας , μιας γυναίκας που ήταν άσπρη σαν το γάλα .
Πιθανότατα απο εκεί προέκυψε το όνομα Γαλάτες
σελ. 54
Στην Ποικίλη στοά , δηλαδή στη ζωγραφισμένη στοά της αγοράς , μαζεύονταν οι φίλοι του φιλόσοφου Ζήνωνα από το Κίτιο της Κύπρου και τον άκουγαν να μιλά . Οι ομάδα αυτή των φίλων και μαθητών του Ζήνωνα δημιούργησε σχολή που ονομάστηκε Στωική (από την στοά).
σελ. 63
Παρά το ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το Βρέννος όνομα , σήμερα είναι σχεδόν βέβαιο ότι το Βρέννος δεν ήταν όνομα αλλά ηγετικός τίτλος των Γαλατών .
σελ. 64
Οι Γαλάτες ρίζωσαν σε εκείνα τα χώματα , στις όχθες του ποταμού Άλυ που σήμερα οι Τούρκοι τον λένε Κιλίτζ Ιρμάκ , δηλαδή κόκκινο ποταμό . Μάλιστα στο ρίζωμα τους εκεί συνετέλεσε κι ο Μιθριδάτης του Πόντου ο οποίος ζήτησε την βοήθεια τους στον πόλεμό του εναντίον του Πτολεμαίου του Β' της Αιγύπτου. Οι Γαλάτες σε εκείνο τον πόλεμο κατάφεραν σοβαρό πλήγμα στον στόλο του Πτολεμαίου Β' αποσπώντας ως λάφυρα τις άγκυρες των πλοίων του. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος χρησιμοποιώντας σαν πηγές τον Στράβωνα και τον Πολυίστωρα έγραψε στην Γεωγραφία του ότι ο Μιθριδάτης τους αντάμειψε με εδάφη γύρω από μιά πόλη που οι Γαλάτες την ονόμασαν Άγκυρα , από τα λάφυρα που τους την χάρισαν. Εκεί τους βρήκε και τους περιέγραψε ως τρομερούς πολεμιστές ο Αμμιανός Μαρκελίνος τον 4ο μ.χ. αιώνα, αν και είχαν πάψει να υπάρχουν σαν αυτόνομο κράτος από τον 2ο πχ αιώνα όταν υπέκυψαν στην Ρωμαϊκή ισχύ . Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτοί οι Γαλάτες της Μικράς Ασίας είχαν γίνει δίγλωσσοι χρησιμοποιώντας και τα ελληνικά τα οποία μάλιστα χρησιμοποίησαν στις ελάχιστες επιγραφές που άφησαν. Άλλωστε η επίδραση του ελληνικού πολιτισμού γίνεται φανερή και από το όνομα του τελευταίου βασιληά πριν υποκύψουν στους Ρωμαίους. Τον έλεγαν Αμύντα.
σελ. 78
Για το ακροβατικό που αναφέρεται στο βιβλίο ως "πήδημα του Σωκράτη" βλέπε Ξενοφώντος , Συμπόσιον , 2 ,8-11 και επίσης 7,1.
σελ. 104
Κανείς δεν μπορεί να πει πότε οι Έλληνες άρχισαν να πίνουν ρετσίνα. Πάντως υπάρχουν καταγραμμένες μαρτυρίες ήδη από τον 12ο αιώνα για ένα κρασί που "δεν έμοιαζε να βγαίνει από σταφύλια αλλά από στιμμένες πευκοβελόνες".
σελ. 130
Το μακεδονικό γλέντι που περιγράφεται στο βιβλίο είναι κατ` ουσίαν μια φτωχή εκδοχή του μακεδονικού συμποσίου που περιγράφεται από τον Αθήναιο στους Δειπνοσοφιστές ,128-131 . Η λαμπρότητα και η χλιδή που περιγράφεται στο αρχαίο κείμενο είναι τέτοια που ο γράφων έκρινε ότι αν την μετέφερε στο βιβλίο αυτούσια δεν γινόταν πιστευτή.Θα έμοιαζε ψεύτικη.
σελ. 140
Η απίστευτη γενναιότητα των Γαλατών μνημονεύεται απ` όλους τους αρχαίους συγγραφείς με συγκλονιστικότερη την αναφορά του Ρωμαίου Λίβιου , ο οποίος έγραψε γι αυτούς ένα αιώνα αργότερα ότι γίνονταν έξαλλοι όταν είχαν να αντιμετωπίσουν στρατιωτικές τακτικές κι ελιγμούς που τους εμπόδιζαν να πολεμήσουν προτάσσοντας ο καθένας τους ξεχωριστά την πολεμική του ικανότητα και αντρειωσύνη .
Ο Λίβιος γράφει επίσης πως οι Γαλάτες ένοιωθαν φοβερή ντροπή όταν μιά μικρή πληγή όπως πχ από ένα βέλος ή μιά πέτρα τους έριχνε κάτω κι είχαν την τάση να ανοίγουν περισσότερο με τα ίδια τους τα χέρια τις πληγές τους , μαχόμενοι με τις χαίνουσες πληγές να αιμορραγούν σαν σημάδι της απαράμιλλης ανδρείας τους.
σελ. 152
Σχετικά με τον πρόγονο της Αριάνδης :
Ο Δημοσθένης στον λόγο του "προς Λεπτίνην" αναφέρει ότι κάποιος Έκφαντος από την Θάσο κυνηγήθηκε λόγω των δημοκρατικών του φρονημάτων (βλέπε φιλοαθηναϊκών ) και κατέφυγε στην Αθήνα το 404-403 πχ . Εκει οι Αθηναίοι ,τιμώντας τις εξυπηρετήσεις που τους έκανε , τον αναγόρευσαν πρόξενο. Κατά τον Ανδρέα Γερολυμάτο (Κατασκοπεία στην αρχαία Έλλάδα ) είναι πιθανό να έπαιξε ρόλο συνδέσμου ανάμεσα στην Αθήνα και στους Θάσιους δημοκρατικούς που είχαν απομείνει στο νησί ,και οι οποίοι τελικά βοήθησαν τους Αθηναίους να καταλάβουν το νησί κατά το 390-389 π.χ. και να ρίξουν το ολιγαρχικό (βλέπε φιλοσπαρτιατικό ) καθεστώς . Ο Έκφαντος επέστρεψε στο νησί του ,αλλά μετά το 386 πχ αναγκάστηκε να ξαναφύγει για την Αθήνα διότι οι ολιγαρχικοί ξαναπήραν την εξουσία. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ οι ολιγαρχικοί μετά το 386 π.χ. κράτησαν φιλοαθηναϊκή στάση και προσχώρησαν στην δεύτερη Αθηναϊκή συμμαχία , η εξορία του Έκφαντου δεν απεφεύχθη.
σελ 154
Η Έδεσσα περιγράφεται στο παρόν βιβλίο χωρίς τους περίφημους καταρράκτες της. Αυτό γιατί οι καταρράκτες της δημιουργήθηκαν τον 14ο αιώνα μχ , όταν ο Ιωάννης Καντακουζηνός , ενώ την πολιορκούσε , εξέτρεψε τα νερά ρίχντοντάς τα πάνω στην πόλη για να σπάσει την άμυνα της .
σελ. 181
Η συνήθεια να σχηματίζονται ανδρικές πολεμικές "αδελφότητες " με έμβλήματα ζώα μετρούσε ήδη πολλούς αιώνες ζωής. Το συνηθέστερο έμβλημα φαίνεται πως ήταν ο λύκος.
σελ. 197
Για τον Χάλκινο λύκο των Δελφών βλέπε Φωκικά ,14, 7 .
σελ 207
Για τον αριθμό των Γαλατών ο Παυσανίας στα Φωκικά αναφέρει 150.000 πεζους και 20.000 ιππείς οι οποίοι συνοδεύονταν απο δυό δούλους ιππείς ο καθενας τους , οι οποίοι έπαιρναν την θέση του αφέντη τους αν αυτός σκοτώνονταν η τραυματίζονταν. Συνολικά δηλαδή 210,000 άνδρες , ακολουθούμενοι απ` τις οικογένειές τους .
Οι αριθμοί ακούγονται υπερβολικοί αλλά επιβεβαιώνονται από τον Διόδωρο που γράφει γιά 150,000 πεζούς και 10.000 ιππείς , καθώς κι από τον Ρωμαίο Μάρκο Ιουστίνο που γραφει για 150.000 και 15,000 ιππεις .
Σημειώνω εδώ ότι γιά την πρώτη εισβολή στη Μακεδονία - αυτή που προηγήθηκε της μάχης των Θερμοπυλών και των μετέπειτα γεγονότων - ο Μάρκος Ιουστίνος δίνει τον τρομακτικό αριθμό των 300,000 ανδρών.
σελ. 222
Σχετικά με τα σχόλια των Ινδών γιά τους Έλληνες φιλοσόφους βλέπε Πλούταρχο ( Αλέξανδρος , 65) και
Αθηναίο Μηχανικό (Περί Μηχανημάτων , 5)
σελ. 228
O Παυσανίας γράφει ότι στο μονοπάτι που περνούσε από την Οίτη και κατέληγε στην κατεστραμένη Τραχίνα χτυπήθηκαν οι Έλληνες με τους Γαλάτες και τους νίκησαν και ότι εκεί έπεσε και ο Τελέσαρχος (Φωκικά , 22, 1).
Όμως λίγο πιό κάτω(Φωκικά ,22 , 8) γράφει για ένα άλλο μονοπάτι πάνω από την Τραχίνα που οδηγούσε πίσω από τις Θερμοπύλες και που δεν προτιμήθηκε από τους Πέρσες, 201 χρόνια πριν , γιατί έκριναν ότι η Ανοπαία οδός ήταν λιγότερο “απόκρημνη και ανηφορική .”
Ο γράφων πιστεύει ότι ο Παυσανίας κάνει λάθος όταν μιλά για δύο μονοπάτια που το ένα τελειώνει στην Τραχίνα και το άλλο περνά από πάνω της και οδηγεί στις Θερμοπύλες. Το προφανές συμπέρασμα είναι να πρόκειται για το ίδιο μονοπάτι που περνώντας από την Τραχίνα οδηγούσε στις Θερμοπύλες . Αλλιώς ποιός ο λόγος να υπερασπιστούν οι Έλληνες ένα μονοπάτι που οδηγούσε σε μιά κατεστραμένη πόλη ; Και μάλιστα με τόσο πάθος ώστε προκειμένου να μην υποχωρήσουν να σκοτωθεί τελικά ο αρχηγός τους ;
σελ. 243
Η ασπίδα του Κυδία με το επίγραμμα που ο γράφων απέδωσε σε ελεύθερη μετάφραση κοσμούσε την στοά του Ελευθερίου Δία , μέχρι την ημέρα που ο Ρωμαίος Σύλλας σύλλ(-)ησε την Αθήνα αρπάζοντας μεταξύ πολλών άλλων και την ασπίδα του έφηβου ήρωα .
σελ. 282
Για την λύση που έδωσε ο Αλέξανδρος στη μάχη με τους "βαρβάρους " Τριβαλλούς και τους "ανεξάρτητους ορεινούς" Οδρύσιους, που είχαν ανεβεί σε κορυφή του Αίμου και σχεδίαζαν να ρίξουν πάνω στους Μακεδόνες στρατιώτες
άμαξες και κάρα , βλέπε Αρριανό , Ι , 1,6-7 .
σελ 293
Τα φυσικά φαινόμενα (σεισμοί , κατολισθήσεις , κεραυνοί) που βοήθησαν τους Έλληνες να νικήσουν τους Γαλάτες αποδόθηκαν από κάποιους ερευνητές σε μυστικά όπλα των αρχαίων Ελλήνων. Αν και η άποψη αυτή ενισχύεται από την μαρτυρία του Ηρόδοτου ότι τα ίδια έγιναν και κατά τους Περσικούς πολέμους όταν Πέρσες επιχείρησαν να λεηλατήσουν τους Δελφούς , καθώς και από παρόμοιο γεγονός που καταγράφηκε (Παυσανίας , Βοιωτικά) όταν στρατιώτες του Αλεξάνδρου επιχείρησαν να λεηλατήσουν το ιερό των Καβείρων στην Θήβα , ο γράφων δεν βρήκε καμμιά απόδειξη για την ύπαρξη των εν λόγω όπλων . Παρ` όλα αυτά η πιθανότητα να συνέβησαν τυχαία τα τρία προαναφερθέντα περιστατικά , είναι αξιοπρόσεκτα μικρή.
Παράρτημα για το «Τελευταίο Θαύμα»
σελ. 25
Στη Σάμο το όνομα Θεόδωρος ήταν εν χρήσει , δεδομένου ότι ο άνθρωπος που πρώτος έχυσε χαλκό σε καλούπι δημιουργώντας το πρώτο χάλκινο άγαλμα της αρχαιότητας ήταν ο Σαμιώτης γλύπτης Θεόδωρος τον 7ο π.χ. αιώνα .
Στο επίτευγμά του αυτό ο γλύπτης Θεόδωρος ,είχε σημαντικότατη βοήθεια απ` τον συμπατριώτη του Ροίκο.
σελ. 29
Ο Αρριανός ( Αλεξανδρου Αναβασις Α , 4 - ) κι ο Στράβωνας ( Ζ, 3,8 ) περιγράφουν την σκηνή με τον Μέγα Αλέξανδρο να δέχεται Κέλτικη πρεσβεία στις όχθες του Δούναβη και στην ερώτηση του τι φοβούνται περισσότερο οι Κέλτες να ακούει την περίφημη απάντηση
" Μόνο το να μας πέσει ο ουρανός στο κεφάλι " .
Αυτό που δεν είναι ευρύτερα γνωστό , είναι ότι τα παραπάνω λόγια αποτελούν ένα είδος όρκου που οι Κέλτες χρησιμοποιούσαν γιά να επικαλεστούν τα στοιχεία της Φύσης στην τήρηση μιάς υποχρεώσης που αναλάμβαναν .
Πράγματι ! Κέλτικα μεσαιωνικά νομικά εγχειρίδια από την Ιρλανδία διατηρούν την έκφραση αυτή ως εξής :
"Θα μείνουμε πιστοί εκτός αν ο ουρανός πέσει και μας πλακώσει , ή η Γη ανοίξει και μας καταπιεί, ή η θάλασσα σηκωθεί και μας σκεπάσει ."
Παρόμοιο όρκο καταγράφεται να παίρνει αιώνες αργότερα από την εποχή " Του Τελευταίου Θαύματος " ο στρατός του Conchobhar του Ulster (στο Tain Bo Cuailgne ) , κι επίσης ξαναβρίσκουμε τον ίδιο όρκο σε παλιά κέλτικα βιβλία (όπως πχ στο κέλτικο βιβλίο του Leinster , Leabhar na Nuacongbhala ) .
Ιστορικοί των ημερών μας κάνουν την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα υπόθεση ότι ο Αλεξανδρος είχε έρθει σε συμφωνία με την Κελτική πρεσβεία ώστε αυτοί να χτυπάνε τους επικίνδυνους γιά την Μακεδονία Αυταριάτες Ιλλυριούς όσο αυτός θα ήταν αποσχολημένος στην Ανατολή , κι ότι οι αρχαίοι συγγραφείς παρερμήνευσαν το νόημα των παραπάνω λόγων , μιάς και δεν γνώριζαν τον Γαλατικό τρόπο σκέψης και έκφρασης.
Υπόθεση που ενισχύεται από τον μεγάλο αριθμό Μακεδονικών νομισμάτων στους Κελτικούς οικισμούς των βορείων Βαλκανίων , καθώς κι από την αποστολή Κελτικής πρεσβείας στην Βαβυλώνα η οποία όμως δεν πρόλαβε τον Αλέξανδρο ζωντανό .
Μάλιστα , η σχέση του Αλέξανδρου με τους Κέλτες ίσως είχε αρχίσει πολύ παλιότερα αν είναι αλήθεια οι φήμες που τον ήθελαν αναμεμιγμένο στην δολοφονία του πατέρα του , δεδομένου ότι ο άνδρας με το όνομα Παυσανίας που σκότωσε τον Φίλιππο τον Β' φέρεται ,κατά τον Peter Berresford Ellis, να κρατούσε Κελτικό ξίφος.
σελ. 33
Στην αρχαία Αθήνα δεν υπήρχε η ποινή της φυλάκισης , εκτός από την περίπτωση που ο κατηγορούμενος χρωστούσε χρήματα στην πολιτεία.
Στις υπόλοιπες των περιπτώσεων ο κατηγορούμενος εκρατείτο στο δεσμωτήριον (κρατητήριο ) μόνον μέχρι να γίνει η δίκη του .
σελ. 35
Το 279 πχ εισέβαλλαν στην Ελλάδα οι Γαλάτες .
Αυτή ειναι κι η πρώτη φορα που αναφέρονται σε Ελληνικά κείμενα μ` αυτό το όνομα. Μέχρι τότε οι Έλληνες τους γνώριζαν σαν " Κελτούς " δηλαδή Κέλτες.
Η πρώτη αναφορά σ` αυτούς γίνεται τον 5ο πχ αιώνα από τον Εκαταίο τον Μιλήσιο στο βιβλίο του Ευρώπη (σύμφωνα με αποσπάσματα του βιβλίου που διασώθηκαν από τον Στέφανο Βυζάντιο ). Ο Εκαταίος μάλιστα αναφέρει δύο πόλεις τους , την Νύρακα και την Νάρβωνα , που είναι μάλλον η σημερινή Narbonne.
Κατά τον Παυσανία , τον Διόδωρο , και τον Αμμιανό Μαρκελλίνο , οι Κελτοί κατάγονταν από τον
Ηρακλή .
Μαζί τους συμφωνεί κι ο Παρθένιος της Νίκαιας που μας λέει ότι ο Ηρακλής κοιμήθηκε με την Κελτινή που ήταν κόρη του Βριτανού και γεννήθηκε ο Κελτός , ο γενάρχης των Κελτών. Όμως...υπήρξε κι ενας άλλος Ελληνας ιστορικός που ήταν σύγχρονος των γεγονότων της εισβολής κι είχε διαφορετική γνώμη . Ηταν ο Τιμαίος από το Ταυρομένιο (δηλ. την Ταοrmina) ,που υποστήριξε ότι οι Κέλτες ήταν απόγονοι του Κύκλωπα Πολύφημου και της Γαλάτειας , μιας γυναίκας που ήταν άσπρη σαν το γάλα .
Πιθανότατα απο εκεί προέκυψε το όνομα Γαλάτες
σελ. 54
Στην Ποικίλη στοά , δηλαδή στη ζωγραφισμένη στοά της αγοράς , μαζεύονταν οι φίλοι του φιλόσοφου Ζήνωνα από το Κίτιο της Κύπρου και τον άκουγαν να μιλά . Οι ομάδα αυτή των φίλων και μαθητών του Ζήνωνα δημιούργησε σχολή που ονομάστηκε Στωική (από την στοά).
σελ. 63
Παρά το ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το Βρέννος όνομα , σήμερα είναι σχεδόν βέβαιο ότι το Βρέννος δεν ήταν όνομα αλλά ηγετικός τίτλος των Γαλατών .
σελ. 64
Οι Γαλάτες ρίζωσαν σε εκείνα τα χώματα , στις όχθες του ποταμού Άλυ που σήμερα οι Τούρκοι τον λένε Κιλίτζ Ιρμάκ , δηλαδή κόκκινο ποταμό . Μάλιστα στο ρίζωμα τους εκεί συνετέλεσε κι ο Μιθριδάτης του Πόντου ο οποίος ζήτησε την βοήθεια τους στον πόλεμό του εναντίον του Πτολεμαίου του Β' της Αιγύπτου. Οι Γαλάτες σε εκείνο τον πόλεμο κατάφεραν σοβαρό πλήγμα στον στόλο του Πτολεμαίου Β' αποσπώντας ως λάφυρα τις άγκυρες των πλοίων του. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος χρησιμοποιώντας σαν πηγές τον Στράβωνα και τον Πολυίστωρα έγραψε στην Γεωγραφία του ότι ο Μιθριδάτης τους αντάμειψε με εδάφη γύρω από μιά πόλη που οι Γαλάτες την ονόμασαν Άγκυρα , από τα λάφυρα που τους την χάρισαν. Εκεί τους βρήκε και τους περιέγραψε ως τρομερούς πολεμιστές ο Αμμιανός Μαρκελίνος τον 4ο μ.χ. αιώνα, αν και είχαν πάψει να υπάρχουν σαν αυτόνομο κράτος από τον 2ο πχ αιώνα όταν υπέκυψαν στην Ρωμαϊκή ισχύ . Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτοί οι Γαλάτες της Μικράς Ασίας είχαν γίνει δίγλωσσοι χρησιμοποιώντας και τα ελληνικά τα οποία μάλιστα χρησιμοποίησαν στις ελάχιστες επιγραφές που άφησαν. Άλλωστε η επίδραση του ελληνικού πολιτισμού γίνεται φανερή και από το όνομα του τελευταίου βασιληά πριν υποκύψουν στους Ρωμαίους. Τον έλεγαν Αμύντα.
σελ. 78
Για το ακροβατικό που αναφέρεται στο βιβλίο ως "πήδημα του Σωκράτη" βλέπε Ξενοφώντος , Συμπόσιον , 2 ,8-11 και επίσης 7,1.
σελ. 104
Κανείς δεν μπορεί να πει πότε οι Έλληνες άρχισαν να πίνουν ρετσίνα. Πάντως υπάρχουν καταγραμμένες μαρτυρίες ήδη από τον 12ο αιώνα για ένα κρασί που "δεν έμοιαζε να βγαίνει από σταφύλια αλλά από στιμμένες πευκοβελόνες".
σελ. 130
Το μακεδονικό γλέντι που περιγράφεται στο βιβλίο είναι κατ` ουσίαν μια φτωχή εκδοχή του μακεδονικού συμποσίου που περιγράφεται από τον Αθήναιο στους Δειπνοσοφιστές ,128-131 . Η λαμπρότητα και η χλιδή που περιγράφεται στο αρχαίο κείμενο είναι τέτοια που ο γράφων έκρινε ότι αν την μετέφερε στο βιβλίο αυτούσια δεν γινόταν πιστευτή.Θα έμοιαζε ψεύτικη.
σελ. 140
Η απίστευτη γενναιότητα των Γαλατών μνημονεύεται απ` όλους τους αρχαίους συγγραφείς με συγκλονιστικότερη την αναφορά του Ρωμαίου Λίβιου , ο οποίος έγραψε γι αυτούς ένα αιώνα αργότερα ότι γίνονταν έξαλλοι όταν είχαν να αντιμετωπίσουν στρατιωτικές τακτικές κι ελιγμούς που τους εμπόδιζαν να πολεμήσουν προτάσσοντας ο καθένας τους ξεχωριστά την πολεμική του ικανότητα και αντρειωσύνη .
Ο Λίβιος γράφει επίσης πως οι Γαλάτες ένοιωθαν φοβερή ντροπή όταν μιά μικρή πληγή όπως πχ από ένα βέλος ή μιά πέτρα τους έριχνε κάτω κι είχαν την τάση να ανοίγουν περισσότερο με τα ίδια τους τα χέρια τις πληγές τους , μαχόμενοι με τις χαίνουσες πληγές να αιμορραγούν σαν σημάδι της απαράμιλλης ανδρείας τους.
σελ. 152
Σχετικά με τον πρόγονο της Αριάνδης :
Ο Δημοσθένης στον λόγο του "προς Λεπτίνην" αναφέρει ότι κάποιος Έκφαντος από την Θάσο κυνηγήθηκε λόγω των δημοκρατικών του φρονημάτων (βλέπε φιλοαθηναϊκών ) και κατέφυγε στην Αθήνα το 404-403 πχ . Εκει οι Αθηναίοι ,τιμώντας τις εξυπηρετήσεις που τους έκανε , τον αναγόρευσαν πρόξενο. Κατά τον Ανδρέα Γερολυμάτο (Κατασκοπεία στην αρχαία Έλλάδα ) είναι πιθανό να έπαιξε ρόλο συνδέσμου ανάμεσα στην Αθήνα και στους Θάσιους δημοκρατικούς που είχαν απομείνει στο νησί ,και οι οποίοι τελικά βοήθησαν τους Αθηναίους να καταλάβουν το νησί κατά το 390-389 π.χ. και να ρίξουν το ολιγαρχικό (βλέπε φιλοσπαρτιατικό ) καθεστώς . Ο Έκφαντος επέστρεψε στο νησί του ,αλλά μετά το 386 πχ αναγκάστηκε να ξαναφύγει για την Αθήνα διότι οι ολιγαρχικοί ξαναπήραν την εξουσία. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ οι ολιγαρχικοί μετά το 386 π.χ. κράτησαν φιλοαθηναϊκή στάση και προσχώρησαν στην δεύτερη Αθηναϊκή συμμαχία , η εξορία του Έκφαντου δεν απεφεύχθη.
σελ 154
Η Έδεσσα περιγράφεται στο παρόν βιβλίο χωρίς τους περίφημους καταρράκτες της. Αυτό γιατί οι καταρράκτες της δημιουργήθηκαν τον 14ο αιώνα μχ , όταν ο Ιωάννης Καντακουζηνός , ενώ την πολιορκούσε , εξέτρεψε τα νερά ρίχντοντάς τα πάνω στην πόλη για να σπάσει την άμυνα της .
σελ. 181
Η συνήθεια να σχηματίζονται ανδρικές πολεμικές "αδελφότητες " με έμβλήματα ζώα μετρούσε ήδη πολλούς αιώνες ζωής. Το συνηθέστερο έμβλημα φαίνεται πως ήταν ο λύκος.
σελ. 197
Για τον Χάλκινο λύκο των Δελφών βλέπε Φωκικά ,14, 7 .
σελ 207
Για τον αριθμό των Γαλατών ο Παυσανίας στα Φωκικά αναφέρει 150.000 πεζους και 20.000 ιππείς οι οποίοι συνοδεύονταν απο δυό δούλους ιππείς ο καθενας τους , οι οποίοι έπαιρναν την θέση του αφέντη τους αν αυτός σκοτώνονταν η τραυματίζονταν. Συνολικά δηλαδή 210,000 άνδρες , ακολουθούμενοι απ` τις οικογένειές τους .
Οι αριθμοί ακούγονται υπερβολικοί αλλά επιβεβαιώνονται από τον Διόδωρο που γράφει γιά 150,000 πεζούς και 10.000 ιππείς , καθώς κι από τον Ρωμαίο Μάρκο Ιουστίνο που γραφει για 150.000 και 15,000 ιππεις .
Σημειώνω εδώ ότι γιά την πρώτη εισβολή στη Μακεδονία - αυτή που προηγήθηκε της μάχης των Θερμοπυλών και των μετέπειτα γεγονότων - ο Μάρκος Ιουστίνος δίνει τον τρομακτικό αριθμό των 300,000 ανδρών.
σελ. 222
Σχετικά με τα σχόλια των Ινδών γιά τους Έλληνες φιλοσόφους βλέπε Πλούταρχο ( Αλέξανδρος , 65) και
Αθηναίο Μηχανικό (Περί Μηχανημάτων , 5)
σελ. 228
O Παυσανίας γράφει ότι στο μονοπάτι που περνούσε από την Οίτη και κατέληγε στην κατεστραμένη Τραχίνα χτυπήθηκαν οι Έλληνες με τους Γαλάτες και τους νίκησαν και ότι εκεί έπεσε και ο Τελέσαρχος (Φωκικά , 22, 1).
Όμως λίγο πιό κάτω(Φωκικά ,22 , 8) γράφει για ένα άλλο μονοπάτι πάνω από την Τραχίνα που οδηγούσε πίσω από τις Θερμοπύλες και που δεν προτιμήθηκε από τους Πέρσες, 201 χρόνια πριν , γιατί έκριναν ότι η Ανοπαία οδός ήταν λιγότερο “απόκρημνη και ανηφορική .”
Ο γράφων πιστεύει ότι ο Παυσανίας κάνει λάθος όταν μιλά για δύο μονοπάτια που το ένα τελειώνει στην Τραχίνα και το άλλο περνά από πάνω της και οδηγεί στις Θερμοπύλες. Το προφανές συμπέρασμα είναι να πρόκειται για το ίδιο μονοπάτι που περνώντας από την Τραχίνα οδηγούσε στις Θερμοπύλες . Αλλιώς ποιός ο λόγος να υπερασπιστούν οι Έλληνες ένα μονοπάτι που οδηγούσε σε μιά κατεστραμένη πόλη ; Και μάλιστα με τόσο πάθος ώστε προκειμένου να μην υποχωρήσουν να σκοτωθεί τελικά ο αρχηγός τους ;
σελ. 243
Η ασπίδα του Κυδία με το επίγραμμα που ο γράφων απέδωσε σε ελεύθερη μετάφραση κοσμούσε την στοά του Ελευθερίου Δία , μέχρι την ημέρα που ο Ρωμαίος Σύλλας σύλλ(-)ησε την Αθήνα αρπάζοντας μεταξύ πολλών άλλων και την ασπίδα του έφηβου ήρωα .
σελ. 282
Για την λύση που έδωσε ο Αλέξανδρος στη μάχη με τους "βαρβάρους " Τριβαλλούς και τους "ανεξάρτητους ορεινούς" Οδρύσιους, που είχαν ανεβεί σε κορυφή του Αίμου και σχεδίαζαν να ρίξουν πάνω στους Μακεδόνες στρατιώτες
άμαξες και κάρα , βλέπε Αρριανό , Ι , 1,6-7 .
σελ 293
Τα φυσικά φαινόμενα (σεισμοί , κατολισθήσεις , κεραυνοί) που βοήθησαν τους Έλληνες να νικήσουν τους Γαλάτες αποδόθηκαν από κάποιους ερευνητές σε μυστικά όπλα των αρχαίων Ελλήνων. Αν και η άποψη αυτή ενισχύεται από την μαρτυρία του Ηρόδοτου ότι τα ίδια έγιναν και κατά τους Περσικούς πολέμους όταν Πέρσες επιχείρησαν να λεηλατήσουν τους Δελφούς , καθώς και από παρόμοιο γεγονός που καταγράφηκε (Παυσανίας , Βοιωτικά) όταν στρατιώτες του Αλεξάνδρου επιχείρησαν να λεηλατήσουν το ιερό των Καβείρων στην Θήβα , ο γράφων δεν βρήκε καμμιά απόδειξη για την ύπαρξη των εν λόγω όπλων . Παρ` όλα αυτά η πιθανότητα να συνέβησαν τυχαία τα τρία προαναφερθέντα περιστατικά , είναι αξιοπρόσεκτα μικρή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
