Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Αειθαλές Μάρμαρο

Η γιαγιά που μας φίλεψε ψωμοτύρι απ` το ταγάρι της μας συστήνεται σαν κυρά Φωτεινή. Η ματιά της ξαναπέφτει γεμάτη περιέργεια στον μπλαβιασμένο λαιμό του Πάνου. Ντροπιασμένη την τραβά γρήγορα και σφίγγει το χέρι που της προτείνω. «Είμαι ο Γιάννης Μακρής». Δείχνω με το βλέμμα και συστήνω τους υπόλοιπους .Τον Αρίστο Δήμου (1), Πάνο Τίτη (2), την δεκαεφτάχρονη Ηρώ και τον χαμογελαστό Κυδία (3). Στο άκουσμα του ονόματος η γριά συνοφρυώνεται . «Κηδεία σε βάφτισαν παιδάκι μου»; «Μεγάλη ιστορία γιαγιά , μην τα ρωτάς» γελάει αυτός και της σκάει ένα φιλί στο μάγουλο μαζί με ένα «ευχαριστούμε». «Να πάτε στην ευχή του Θεού», μας χαιρετά και απομακρύνεται. Τα χέρια μου χωμένα στις τσέπες έχουν γίνει κρύσταλλα και τα πόδια μου στα πάνινα αθλητικά παπούτσια κολυμπάνε στο λασπόχιονο. «Εμπρός , έχουμε δρόμο κι είμαστε ψόφιοι» ακούω τον Πάνο να μουρμουρίζει . Οι λέξεις ηχούν περίεργα . Χείλη και γλώσσα κινούνται δύσκαμπτα. «Στην πρώτη ευκαιρία σταματάμε και ανάβουμε φωτιά» ακούγεται χαρούμενα ο πιτσιρικάς ο Κυδίας που δεν μασάει τίποτα. Ο Κυδίας που μέχρι τώρα συμπεριφέρεται σαν μαθητής σε πενθήμερη εκδρομή. Ένα κομμάτι νοτισμένο ψωμί εμφανίζεται απ` το πουθενά και κόβω μια μεγάλη μπουκιά πριν το περάσω στον διπλανό μου. Το ψωμί μυρίζει ψαρίλα . Ο Αρίστος δαγκώνει και το βάζει στο χέρι του Πάνου που έχει ανοίξει βήμα . Σμίγω τα φρύδια και χτενίζω με το βλέμμα το υγρό μισοσκόταδο μπροστά μου. Η αλλαγή στην κατεύθυνση που βαδίζει ο Κυδίας μου αποκαλύπτει το επόμενο καταφύγιο μας . Ένα γεφυράκι ! Χαμηλό και ασήμαντο , αλλά θα ξαποστάσουμε. Μισή ώρα αργότερα ζεσταίνουμε τα χέρια μας σε μια φωτιά που σιγοκαίει σ` ένα ντενεκέ. Τον ξετρύπωσε, φυσικά , ο Αρίστος. Είναι φορές που με κάνει να απορώ με το ταλέντο του να βρίσκει πράγματα την στιγμή που τα χρειαζόμαστε. Είμαστε όλοι σκοτωμένοι στην κούραση και παγωμένοι. Πέντε άνθρωποι σ` ένα μικρό κύκλο γύρω από λίγα αναμένα σκουπίδια που καπνίζουν ζεσταίνοντας τις παλάμες μας. «Πόσο κάναμε σήμερα ; » με σκουντάει ο Πάνος. «Ξέρω γω; Πάνω από εικοσιπέντε χιλιόμετρα . Μπορεί και τριάντα» μουρμουρίζω εξαντλημένος με τα μάτια καρφωμένα στις φλόγες. Μου `χει καρφωθεί η ιδέα πως όταν κοιτώ την φωτιά ζεσταίνομαι περισσότερο . Χαζομάρα, το ξέρω, αλλά τι πειράζει ; «Σαράντα πέντε» δηλώνει ο Αρίστος. «Έχει μια ταμπέλα εκεί». Κοιτάζω το «εκεί» . Αγριόχορτα και μια σκιά ανάμεσά τους που με λίγη φαντασία μοιάζει με ταμπέλα χιλιομετρικής απόστασης . «Θάμαστε έγκαιρα εκεί ; » Η Ηρώ ακούγεται σαν να έχει μαζέψει όλη της δύναμη για να προφέρει αυτές τις τρεις λέξεις. «Μάλλον» της χαμογελώ , καθώς της σφίγγω ενθαρρυντικά τον ώμο με την ζεσταμένη χούφτα μου . Τραβάει τον ώμο της ενοχλημένη . «Δεν της αρέσει να την αγγίζουν . Όχι μετά απ` όσα πέρασε» υπενθυμίζω στον εαυτό μου και ξανατεντώνω το χέρι στην φωτιά . «Έμεινε τίποτα για φαί»; ρωτάει ο Πάνος. Σιωπηλός αδειάζω τις τσέπες μου μπροστά τους . Οι άλλοι με μιμούνται και ο Αρίστος στρώνει την σακούλα για τραπεζομάντιλο. Το ψωμί που μας έδωσε ο φούρναρης εχθές το πρωί λιγόστεψε αλλά φτάνει για απόψε . Ας είναι καλά ο άνθρωπος . Τα τηγανητά ψάρια που ψάρεψε ο Αρίστος απ` τον κάδο έχουν πατηθεί και μοιάζουν μια αηδία και μισή . Κοιταζόμαστε κι έπειτα ο Κυδίας απλώνει το χέρι και σερβίρεται. «Είναι καλύτερα απ` ότι φαίνονται» αποφαίνεται, προσφέροντας στην Ηρώ. Με το πρώτο φως του ήλιοι σηκώνομαι απ` την γωνιά μου και κάνω μερικές κινήσεις για να ζεσταθώ. Κοιμηθήκαμε –όσο κοιμηθήκαμε- κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο αλλά δεν βοήθησε και πολύ. Παγώσαμε. Οι άλλοι αργοσαλεύουν και τεντώνονται. Σε λίγα λεπτά είμαστε πάλι στο δρόμο περπατώντας γρήγορα για να ζεσταθούμε. Ο ήλιος ανεβαίνει γρήγορα σε ένα ουρανό ασυννέφιαστο . Ζεσταίνει και μας φτιάχνει το κέφι. Όχι του πιτσιρικά του Κυδία. Αυτός γεννήθηκε χαρούμενος. Μεσημεράκι φτάνουμε σε μια ποτίστρα για ζώα και πλενόμαστε λιγάκι. Έχουμε να ρίξουμε νερό πάνω μας από την ώρα που διαβήκαμε τον Αχέροντα. Βρωμάμε. Πρώτα η Ηρώ, ενώ εμείς θαυμάζουμε την θέα απ` την άλλη μεριά . Τελειώνει , ξεμακραίνει και παίρνω σειρά. Ξεντύνομαι στα γρήγορά και αρχίζω να τρίβομαι με ένα πανί που το βρέχω στην ποτίστρα. Ο πιτσιρικάς με μιμείται. Ο Αρίστος και ο Πάνος ρίχνουν νερό πάνω τους σαν να `ναι καλοκαίρι. Οι πλάτες χαρακωμένες από παλιές επιμήκεις πληγές μισοκρύβονται κάτω απ` τα μακριά τους μαλλιά. «Τελειώνετε», ακούγεται η Ηρώ από μακριά, σε λίγες ώρες βραδιάζει. Τελειώνουμε και αρχίζουμε πάλι το βάδισμα. Ο ήλιος έχει δύσει από ώρα όταν τα πρώτα σπίτια φαίνονται μπροστά μας φωτισμένα. «Πόσο απέχει από εδώ το Σύνταγμα ;» ρωτά ο Πάνος. «Αύριο θα είμαστε εκεί. Προλαβαίνουμε μην ανησυχείς», απαντά ο Αρίστος και τον αγγίζει καθησυχαστικά στον ώμο. «Δεν ανησυχώ, βιάζομαι. Περίμενα πολύ» χαμογελά πικρά ο Πάνος. «Υπομονή , αύριο ξοφλάς » ανταποδίδει το χαμόγελο ο Αρίστος . «Αρκεί να βρούμε τα σχολεία απ` την Σπάρτη», μουρμουρίζει ο Πάνος. «Θα τα βρούμε». Τα μάτια του Αρίστου σπιθίζουν σαν κάρβουνα.. «Ξεκολλάτε επιτέλους με την Σπάρτη. Θα έχει παιδιά από παντού εκεί. Και όλα είναι δικά μας », αγριεύει η Ηρώ. «Ήρεμα κοπελιά» χαμογελά ο Αρίστος , «αφού ξέρεις ότι ο Πάνος έχει θέμα να αποδείξει» «Και εγώ έχω θέμα με τους Γερμανούς , αλλά για αυτό ήρθαμε ; » ακούγεται κουρασμένη η Ηρώ. «Σωστά ! Κι εγώ με τους Γάλλους, κι ο Μπάρμπα Γιάννης με τους Τούρκους, αλλά εδώ είμαστε γιά τα παιδιά» συμφωνεί ο μικρός. Έχουμε φτάσει από ώρα. Εμφανίστηκαν οι άντρες με τα κράνη , τις ασπίδες και τα ρόπαλα. Τα παιδιά στη θέα τους αγρίεψαν και άρχισαν τις βρισιές. Βλέπω την Ηρώ να ξεχύνεται. Διαστέλλεται , γίνεται τεράστια και σκεπάζει τέσσερα παιδιά πριν πέσει πάνω τους το καπνογόνο. Ο Πάνος τρελός από αγωνία ψάχνει με το βλέμμα. Τον σταματά ο Αρίστος. Του δείχνει ένα πανό . «Α΄ Λύκειο Σπάρτης». Ο Πάνος απλώνεται πηδώντας κατά `κει. Ανοίγει τα χέρια , μεγεθύνεται , γίνεται κάστρο που κλείνει μέσα του τα παιδιά . Τα ρόπαλα αναπηδούν πάνω του χωρίς ν` αγγίζουν τους μαθητές . Οι άνδρες βρίζουν , τα παιδιά βρίζουν, ο Πάνος ματώνει . Ουρλιάζει έναν παιάνα . Σάλια του κι αίματα λεκιάζουν τις ασπίδες. Δεν τα βλέπουν , δεν τον βλέπουν, δεν τον βλέπει κανείς εκτός από εμάς. Μόνο στα δικά μας μάτια γίνεται φανερό ότι με κάθε χτύπημα η μελανιά στο λαιμό γίνεται πιο άτονη , εξαφανίζεται. «Τον νου σου γέρο», μου φωνάζει λίγα βήματα δεξιά μου ο Αρίστος και δείχνει μια ομάδα άνδρες που κυνηγάνε μερικά παιδιά με σακίδια στην πλάτη. Τρέχω , τα αγκαλιάζω και νοιώθω την πλάτη μου να τραντάζεται από χτυπήματα. «Ε, μπάρμπα ! Μας έπρηξες τόσο καιρό ότι κουβαλάς πιότερες λαβωματιές από Έλληνες παρά από Τούρκους. Αύριο το πρωί τις μετράμε αν θέλεις» ακούω τον πιτσιρικά να με πειράζει . Τον βλέπω με την άκρη του ματιού μου τυλιγμένο πάνω σε μια κουβαριασμένη στο έδαφος μελαχρινή. Το ένα της πόδι ξυπόλητο. Το πουλόβερ της μισοσηκωμένο, αποκαλύπτει μιάς πιθαμής σάρκα. Με μάτια ορθάνοιχτα από κατάπληξη παρακολουθεί την μπότα να την κλωτσάει επανειλημμένα . Απ`την άλλη της μεριά ένα γκλομπ ανεβοκατεβαίνει με μανία. Δεν καταλαβαίνει γιατί δεν νοιώθει πόνο. Ο Κυδίας μου χαμογελάει πονεμένα και σφίγγεται πάνω της καθώς η μπότα ξαναβυθίζεται στο νεφρό του. Ξερός κρότος εκκωφαντικός ακούγεται στ` αριστερά μου. Σκεπάζει για μια στιγμή φωνές , βογγητά και βρισιές. Γυρνάω τρομαγμένος . Δεν βλέπω τίποτα. Μόνο τον Αρίστο που έχει στην αγκαλιά του ένα μισολιπόθυμο παιδί και τρέχει να το βγάλει έξω απ` τους καπνούς. Πιάνει το βλέμμα μου . Μου δείχνει. Το μάρμαρο στον Άγνωστο έχει σπάσει και από το ρήγμα έρχονται τ` αδέρφια μας... ----------------------- Σημειώσεις : 1) Ηρόδοτος , 7 (Πολύμνια) , 229........... 2) Ηρόδοτος , 7 (Πολύμνια) , 232........... 3) Παυσανίας, 9 (Φωκικά), 21, 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου