Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Χίλιες μέρες χωρίς ρεπό




ΧΙΛΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΧΩΡΙΣ ΡΕΠΟ

Συγγραφέας : Θεόφιλος Γ. Ελευθεριάδης

Email ppolyk@yahoo.gr

Το βιβλίο αφιερώνεται σε όλους τους χρήστες των διαδικτυακών αιθουσών μηνυμάτων.

Ευχαριστίες
στην Στέλλα,
στον Κώστα Δ.
στην Μαρία Ρ.
και στον Ανδρέα Π.




ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Μεγάλο σκοτεινό όχημα μοναξιάς
σκαρφαλώνω στ` ατσαλένια σου μπράτσα
και ταξιδεύω κάθε νύχτα,
την ίδια πάντα διαδρομή Βούλγαρη - Σφαγεία.

Χρήστος Ράστος, Έξοδος, Η Γυναίκα των Υπόγειων Μπιλιάρδων


Δευτέρα 3 Ιαν. 2005

Αποφάσισα να αρχίσω να κρατάω ημερολόγιο γιά να μη τρελαθώ. Πότε γράφοντας και πότε υπαγορεύοντας σ`ένα μικρό κασσετοφωνάκι, δώρο κάποιων γενεθλίων μου. Χρειάζομαι τη συζήτηση, έστω και με τον εαυτό μου αφού κανείς άλλος δεν φαίνεται να νοιάζεται γιά αυτά που έχω να πω. Νοιώθω ότι διαλύομαι. Ότι κάθε μέρα που φεύγει παίρνει μαζί της κομμάτια μου. Κάθομαι στον υπολογιστή μου και σερφάρω στο Διαδίκτυο αδιάφορα, γνωρίζοντας πιά ότι στις ιστοσελίδες του τίποτε αληθινά χρήσιμο δεν πρόκειται να βρώ. Πληροφορίες μόνο, μαζί με ροζ σελίδες και αίθουσες μηνυμάτων. Τις τελευταίες τις προτιμώ απ` αυτές των συζητήσεων σε ζωντανό χρόνο - περισσότερο γνωστών ως chat rooms - γιατί δίνουν τον χρόνο στον χρήστη τους να σκεφτεί πριν απαντήσει, κάτι που συνήθως περιορίζει την υπερβολική ελαφρότητα μιάς ζωντανής συζήτησης μεταξύ αγνώστων. Στην αρχή θυμάμαι είχα εκστασιαστεί από τον άπειρο όγκο πληροφοριών που μπορούσα να έχω με το πάτημα ενός πλήκτρου, χωρίς καν να βγώ απ` το δωμάτιο μου. Μου πήρε πολύ λίγο να ανακαλύψω ότι ακριβώς λόγω της τεράστιας ποσότητας πληροφοριών ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψω τις αληθινά χρήσιμες. Αυτές που χρειαζόμουν στ` αλήθεια και στις οποίες μπορούσα να βασιστώ. Μπορώ να μάθω τώρα ευθύς τον καιρό στο Κέϊπ Τάουν ή να δω σημερινές φωτογραφίες από ένα πάρκο αγρίων ζώων στην Νότια Αφρική. Φωτογραφικές μηχανές στημένες σε νερολακούβες στέλνουν φρέσκο υλικό ανά μισάωρο σε όποιον θέλει να δει τα ζώα να σβήνουν τη δίψα τους. “Αλλά γιατί να θέλει κάποιος να δει έτσι κάτι τέτοιο;” σκέφτηκα την πρώτη φορά που έπεσα πάνω τους. “Δεν θα ήταν καλύτερα να τα δεις από κοντά;”
“Ωπα μεγάλε, τσίμπησες” άκουσα την κοροϊδευτική φωνούλα που τελευταία με πιλατεύει. “Είδες το τυράκι κι όρμηξες στη φάκα. Άντε τώρα, άρπαξε την πιστωτική σου καρτούλα και τράβα να βγάλεις ένα εισιτηριάκι γιά εκεί.”
Δεν καλοθυμάμαι πότε ξεκίνησε να μιλάει μες το κεφάλι μου, αλλά μετά το αρχικό ξάφνιασμα, μάλλον την καλοδέχτηκα. Σε σχέση με τις αδιάφορες κουβέντες που αντάλλαζα με τους γύρω μου και τις τυποποιημένες, ευγενικές ανοησίες στη δουλειά, ήταν σαν άξαφνα να βρήκα ένα ειλικρινή κι ενδιαφέροντα συνομιλητή. Πότε ειρωνική και πότε επώδυνα λογική δεν διστάζει να με χλευάζει σαν πιάνομαι κορόϊδο, αλλά και να μου θέτει ερωτήματα που με ταρακουνούν και μου κλέβουν τον ύπνο. Σήμερα την ξανάκουσα την ώρα που τάϊζα τα καναρίνια :
“Αυτά είναι στο κλουβί παρά τη θέλησή τους” γέλασε. “Εσύ πότε λες να ανοίξεις την πόρτα του δικού σου κλουβιού. Μπορείς, ξέρεις.”
“Μιά χαρά είμαι”, μουρμούρισα.
“Κολοκύθια είσαι”, ειρωνεύτηκε. “Από πότε έχεις να πάρεις ρεπό;”
“Τις Κυριακές δεν δουλεύω.”
“Εννοείς δεν ανοίγεις το μαγαζί. Και τι μ` αυτό; Από `δω δεν ξεκολλάς πάντως.”
“Ε, ξέρεις, τα ζωντανά θέλουν και την Κυριακή να φάνε. Και λίγο να καθαριστούν τα κλουβιά, λίγο να συμμαζευτεί το μαγαζί, περνάει η ώρα. Έπειτα τι να βγω να κάνω; Σιγά τις διασκεδάσεις που χάνω. Μπαράκια με παιδιά που χοροπηδάνε σε ρυθμό ηλεκτρονικού ταμ-ταμ και αλκοόλ σε τιμές χρυσού. Ευχαριστώ, άσε καλύτερα...”
“Παλιά σου άρεσε όμως.”
“Ποτέ δεν μ` άρεσε. Απλά τότε πήγαινα γιά τις γυναίκες.”
“Και τώρα τι έγινε; Έπαψαν να πηγαίνουν γυναίκες;”
“Όχι, έπαψα να ενδιαφέρομαι εγώ. Κάθε που άνοιγε κάποια απ` αυτές το στόμα της, άρχιζε τις βλακείες γιά τα ριάλιτι της τηλεόρασης και άλλες παρόμοιες ανούσιες αηδίες. Σκέτη πλήξη.”
“Κι από φίλους ;”
“Τα ίδια.”
“Δηλαδή γιά να καταλάβω. Ο κόσμος χωρίζεται σε σένα και τους βλάκες;”
“Δεν είπα αυτό.”
“Αλλά;”
“Αλλά, παράτα με τώρα, έχω δουλειά.”
Με παράτησε και συνέχισα μέχρι που μπήκε ο πρώτος πελάτης.

Τετάρτη 5 Ιαν. 05

Μετά από αποχή δύο εβδομάδων μπήκα πάλι στην αίθουσα μηνυμάτων, ή Forum όπως επικράτησε να λέγεται διεθνώς. Στη θεματική ενότητα Λογοτεχνία-βιβλία ο ενοχλητικός χρήστης που χαλούσε τις συζητήσεις με εριστικά και εξυπνακίστικα μηνύματα βαρέθηκε να γράφει χωρίς να του απαντά κανείς και μας άδειασε την γωνιά. Καιρός ήταν. Αλλά πάλι, σκέφτομαι καμιά φορά πως μέσα στο αποστειρωμένο περιβάλλον μιάς αίθουσας συζητήσεων, όπου ο καθένας κρίνει χωρίς κόστος τα πάντα κρυμμένος πίσω από ψευδώνυμο, χρειάζονται και τα ζιζάνια. Θυμίζουν κυνηγόσκυλα που βγάζουν απ` τις κρυψώνες τους τα αγρίμια. Χρήστες που συνομιλείς πολιτισμένα μαζί τους βδομάδες ολόκληρες, παρουσιάζουν ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα μόλις τους τσιγκλήσει κάποιος. Θαρρείς κι η λαμπερή εικόνα του ψαγμένου διανοούμενου μπουγελώνεται ξαφνικά με ένα κουβά μαύρη μπογιά σαν αρχίσει να στριγκλίζει και να ωρύεται, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά που το ζιζάνιο έχει ανάψει. Όλοι ξέρουν πως η καλύτερη αντιμετώπιση είναι το αγνοείς, αφού άλλο σκοπό δεν έχει από το να τραβήξει προσοχή και να νοιώσει την ικανοποίηση ότι ασχολούνται μαζί του άνθρωποι που στην αληθινή ζωή δεν θα τον είχαν ούτε γιά φτύσιμο. Αλλά κανείς δεν την θυμάται. Τουλάχιστον όχι στην αρχή. Συνήθως υπάρχει απάντηση ή ακόμη απαντήσεις, που προβάλουν ξεκάθαρα τον αληθινό χαρακτήρα του “προσβεβλημένου”. Έριξα μιά ματιά στα Ταξίδια. Η Νεφέλη μόλις γύρισε από Πήλιο και ανέβασε μισή σελίδα εντυπώσεις και δυό φωτογραφίες τοπίων. Ο Ράμπο μας έστειλε μήνυμα από την Αυστρία ότι τις μέρες σκαρφαλώνει πλαγιές και τα βράδια πλακώνεται στις μπύρες.

Πέμπτη 6 Ιαν. 05

Χθές βράδυ είδα ένα χάμστερ νεκρό. Σήμερα το πρωί άλλα τρία. Τηλεφώνησα στον κτηνίατρο και του είπα να περάσει μη πάθουμε καμιά μεγαλύτερη ζημιά. Με ρώτησε αν είδα κάτι ασυνήθιστο στα πεθαμένα.
“Ναι , πίσω ήταν βρεγμένα” απάντησα.
“Κράτησε τα γιά νεκροτομή και πλύνε καλά τα χέρια σου”, ήταν η συμβουλή του. “Θα έρθω σε καμιά ώρα”. Με ζώσαν τα φίδια. Αυτό το “πλύνε καλά τα χέρια σου” δεν μ` άρεσε καθόλου. Τελικά ήρθε σε δυό ώρες και λίγο αργότερα έφυγε αφήνοντας μου μιά συνταγή γιά αντιβιοτικό και βιταμίνες, μαζί με την σύστασή του γιά περισσότερη καθαριότητα. Πόση περισσότερη δηλαδή; Μήπως κάνω κι άλλη δουλειά όλη μέρα; Τέλος πάντων , ευτυχώς με διαβεβαίωσε πως δεν ήταν τίποτε επικίνδυνο γιά άνθρωπο. Κολιβακίλλωση, ήταν η διάγνωση, κολοβακτηρίδιο δηλαδή. Σκέφτομαι καμιά φορά αν αξίζει το κόπο να κρατάω το μαγαζί ή μήπως θα `πρεπε να τα μουτζώσω και να σκεφτώ γιά κάτι άλλο. Έξι του μήνα σήμερα και το νοίκι ακόμα δεν το` χω πληρώσει. Η δουλειά πάει απ` το κακό στο χειρότερο και το σούπερ μάρκετ που άνοιξε απέναντι μ` έχει σακατέψει. Βλέπω πρώην πελάτες να βγαίνουν από εκεί φορτωμένοι σκυλοτροφές και μου` ρχεται τρέλα. Πως να ανταγωνιστείς τις τιμές τους, που να πάρει; Το απόγευμα ήρθαν να πάρουν το κουτάβι που είχαν παραγγείλει. Μου σπάσαν τα νεύρα με τις αμφιβολίες τους γιά το αν είναι καθαρόαιμο λυκόσκυλο.
“Και γιατί δεν σήκωσε αυτιά ακόμη; Του ξαδέρφου μου τα σήκωσε από ενός μήνα.”
“Μα κυρία μου, σας είπα, άλλα τα σηκώνουν νωρίτερα κι άλλα αργότερα, δεν έχει σημασία. Το σκυλί είναι πεντακάθαρο, ρίξτε μιά ματιά στα χαρτιά που κρατάτε”, διαμαρτυρήθηκα. Το χαβά της αυτή. Αφού με ζαλίσανε κανένα μισάωρο με πλήρωσαν και φύγανε με την απειλή πως αν δεν σηκώσει αυτιά θα μου το φέρουν πίσω. Έδωσα και δυό πουλιά, και καμιά τριανταριά κιλά τροφές... πάλι καλά. Όταν χτύπησα Ζήτα στην ταμειακή κάτι φάνηκε. Αύριο πρωί πρωί θα πεταχτώ να πληρώσω την τελευταία δόση της πιστωτικής και να ζητήσω να την ακυρώσουν. Δόξα τω Θεώ από ζόρια έχω μπόλικα, δεν χρειάζομαι και τις τράπεζες να με πατάνε στο λαιμό. Μετά το κλείσιμο πήρα μιά μπύρα κι έκατσα στον υπολογιστή. Στη Λογοτεχνία-βιβλία εμφανίστηκε καινούργιος χρήστης. Φαίνεται διαβασμένος και υπογράφει Traveler. Μιλήσαμε λίγο και μου πρότεινε το Κάλεσμα της άγριας φύσης του Λόντον. Του πρότεινα κι εγώ δυό τρία, αλλά τα`χε διαβάσει. Γύρισα μετά στα Ταξίδια κι έμεινα αρκετά. Ο Ράμπο μου κράτησε παρέα περιγράφοντας τα προσόντα των Αυστριακών κοριτσιών κι ο Βαγγέλης του `κανε πλάκα αμφισβητώντας ότι γράφει από Ίνσμπουργκ.
“Που τα βρήκες τα φράγκα γιά Αυστρία ρε πεινάλα; Αφού ο Ζ81 που σε ξέρει έλεγε προχτές ότι έχεις να κάνεις μεροκάματο κοντά ενάμισι μήνα”, ήταν το τελευταίο καρφί του πριν γίνει έξαλλος ο Ράμπο κι αρχίσει τα μπινελίκια. Βγήκα απ` το Ιντερνέτ κι άναψα τσιγάρο. Κατέβασα την τελευταία γουλιά και άπλωσα το χέρι στο ψυγειάκι γιά την επόμενη μπύρα. “Τι θέλω και μπλέκω μ` αυτά τα βλήτα”, μουρμούρισα.
“Γιατί έχεις και τίποτε καλύτερο;” άκουσα τη φωνούλα στο κεφάλι μου.
“Αυτό να μου πεις”, ξεφύσηξα . “Αλλά κάπου κάπου έχω και καλές συζητήσεις. Αυτός ο Traveler φαίνεται σωστός. Θα δανειστώ αύριο απ` την Δημοτική Βιβλιοθήκη το βιβλίο που μου πρότεινε. Και πάντως δεν καυχιόταν κι ούτε το `παιζε ξερόλας.”
Το τσιγάρο ήταν πικρό, φαρμάκι. Το `σβησα και έτριψα την κοιλιά μου που ενοχλητικά μου θύμιζε πως ήμουν όλη μέρα μόνο με καφέδες. Σήκωσα το τηλέφωνο και παρήγγειλα πίτσα. Ήρθε γρήγορα και έπεσα με τα μούτρα. Ο υπολογιστής ανοιχτός. Μπορεί να ξαναμπώ αργότερα, όταν θα έχει τελειώσει αυτή η σαχλαμάρα με τον Ράμπο και την Αυστρία. Συχνά σκέφτομαι ότι τα περισσότερα εκεί μέσα είναι τρίχες. Καμιά δυνατότητα να εξακριβώσεις αν ο άλλος σου λέει αλήθεια ή σε παραμυθιάζει. Ή ακόμη αν τα βαρύγδουπα που γράφονται καμιά φορά, και που πραγματικά αξίζει να κρατήσεις, ανήκουν στον χρήστη ή τα `χει ξεσηκώσει από κανένα βιβλίο. Τι σημασία έχει θα μου πείς; Αν είναι σωστά και χρήσιμα, ας ανήκουν σε όποιον να`ναι... Έχουν περάσει δυό ώρες. Στη αίθουσα μηνυμάτων τίποτε ενδιαφέρον, κι οι μπύρες τελειώσανε. Πάω γιά ύπνο στο δωματιάκι μου, στο βάθος του μαγαζιού.

Παρασκευή 7 Ιαν. 05

Ξύπνησα άσχημα. Οι μπύρες με ξυπνήσανε τρεις φορές μες τη νύχτα γιά τουαλέτα. Με το ξημέρωμα ένοιωσα το γνωστό πονοκέφαλο. Ως απαραίτητο συμπλήρωμα, το πρώτο τσιγάρο της μέρας μού πλάκωσε στο στήθος. Ήρθε κι έδεσε. Άϊ σιχτίρ, πρέπει να τα κόψω και τα δυό. Ή τουλάχιστον να τα περιορίσω. Είναι καιρός πιά που `χει γίνει φανερό πως με σκοτώνουν. Άσε που θα γλυτώσω κι ένα σκασμό λεφτά. Ξεκίνησα την καθημερινή μου ρουτίνα, σκούπισμα, ξεσκόνισμα, τάϊσμα, καθαριότητα κλουβιών και την ώρα που έβγαζα το μποξεράκι γιά να καθαρίσω το κλουβί, μου ήρθε ο ταμπλάς. Είχε ένα καρούμπαλο στη κοιλιά που το`χα ξαναδεί άλλη μιά φορά, παλιά, και σήμαινε μπελάδες. Όταν τ` αγόρασα απ` την οικογένεια που είχε τη μάνα του, δεν είχα προσέξει τίποτε. Τηλεφώνησα στον Γιώργο και του το`πα. “Ομφαλοκήλη”, αποφάνθηκε μονολεκτικά. “Θα περάσω να το επιβεβαιώσω το μεσημέρι. Πως πάνε τα χάμστερ με τη διάρροια;”
“Ποιά χάμστερ”, βόγγηξα, “ασ` τα αυτά, μιά χαρά πάνε. Με το κουτάβι τι γίνεται που το έχουν κλεισμένο με προκαταβολή...” Ήρθε το μεσημέρι του έριξε μιά ματιά, έκανε κάτι φακιρικά μ`ένα κέρμα κι ένα ελαστικό επίδεσμο κι έφυγε λέγοντας να καθυστερήσω την παράδοση όσο μπορούσα. “Αν είσαι τυχερός θα αναταχθεί με την επίδεση που του έκανα”, πέταξε πάνω απ` τον ώμο του φεύγοντας. “Αλλιώς μόνο με εγχείρηση”. “Και αν δεν γίνει η εγχείρηση;” ρώτησα με το νου μου στον ιδιοκτήτη μου που περίμενε ακόμη το νοίκι του. “Μπορεί τίποτε, μπορεί να πεθάνει, αλλά όπως και να `ναι, δεν σε βλέπω να το πουλάς εύκολα”, ακούστηκε κλείνοντας την πόρτα. Ζεματίστηκα. Το σκέφτηκα γιά λίγο και τελικά αποφάσισα να ζητήσω να μου το αλλάξουν. Δεν έχανα και τίποτα στο κάτω κάτω. Τηλεφώνησα και το σήκωσε η σύζυγος. Εξήγησα με περισσή ευγένεια το πρόβλημα και τόνισα ότι εφ`όσον γίνει δεκτό το αίτημα μου θα πρέπει να μ`έχουν υπ`όψιν ως αγοραστή και γιά τις επόμενες γέννες της σκύλας τους.
“Θα το συζητήσω με τον άνδρα μου”, είπε ψυχρά.
Δούλευα όλη την μέρα μουδιασμένος με το μυαλό στο κουτάβι. Ήταν ζωηρό και ο επίδεσμος τραβούσε βλέμματα συμπάθειας απ` όποιον έμπαινε στο μαγαζί. Αλλά δεν ήμουν βέβαιος αν αυτό ήταν καλό ή κακό γιά τη δουλειά, κι έτσι μετακίνησα το κλουβί του στο δωματιάκι που κοιμόμουν. Το απόγευμα, προς μεγάλη μου έκπληξη και ανακούφιση, το ζευγάρι που μου το πούλησε, πέρασε το κατώφλι του μαγαζιού μ` ένα αδελφάκι του. Το πήρα δίνοντας πίσω το μπανταρισμένο, επαναλαμβάνοντας ό,τι μου είχε πει ο κτηνίατρος και δίνοντας το τηλέφωνό του γιά ότι ήθελαν να ρωτήσουν. Κέρασα καφέ, κι έκατσαν γιά ένα τσιγάρο και λίγη ανάλαφρη κουβεντούλα. Έφυγαν, αφήνοντάς με να αναρωτιέμαι γιά την ανεξιχνίαστη ανθρώπινη ψυχή. Το πρωί είχα μείνει με την εντύπωση ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μου τ` αλλάξουν. Κι αυτοί ήρθαν μόνοι τους, με χαμόγελα και τα καλαμπούρια. Το Ζήτα που χτύπησα στις εννιάμισι το βράδυ μου ζέστανε την ψυχή. Επιτέλους είχα το νοίκι. .Δευτέρα πρωί το κατέθετα στη Τράπεζα και ξενοιαζα. Μετά βέβαια έμεναν ΟΤΕ, ΔΕΗ, ασφαλιστικά ταμεία κλπ, αλλά αυτά παλεύονται πιό εύκολα. Ενώ αν σε πετάξει έξω απ` το μαγαζί, άντε να συμαζέψεις τ` ασυμμάζευτα. Άνοιξα το δεύτερο πακέτο, έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα κι έκατσα στον υπολογιστή. Παρασκευή βράδυ. Νέκρα στην αίθουσα μηνυμάτων. Μάλλον ήταν όλοι έξω. Έβαλα ένα ουίσκι.
“Παρασκευή βράδυ”, χαμογέλασα στον μεγάλο καθρέφτη απέναντι, “ας αφήσουμε τις μπύρες κι ας το γλεντήσουμε”. Κατέβηκε καυτό και με χτύπησε αμέσως. Απ` το πρωί με δυό καφέδες κι ένα χάμπουργκερ. Έφτιαξα μιά ομελέτα στη μικρή ηλεκτρική κουζίνα και την καταβρόχθισα στα γρήγορα. Ξαναγέμισα το ποτήρι και ξαναμπήκα στη Λογοτεχνία- βιβλία . Κανένα νέο μήνυμα. Στα Ταξίδια επίσης. Έτρεξα πάνω κάτω όλες τις θεματικές ενότητες και είδα νέο μήνυμα από τον Traveler στη Φιλοσοφία. Μπήκα και έριξα μιά ματιά . Σύντομο και περίεργο το μήνυμά του:
“Ότι δεν ωφελεί το σμήνος, δεν ωφελεί και την μέλισσα”, έγραφε. Κι από κάτω: “Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν, 6, 54” Και πιό κάτω: “Πως το σχολιάζετε;”
“Άσε μας ρε μεγάλε”, μουρμούρισα φυσώντας τον καπνό. Τα δάχτυλά μου έτρεξαν στο πληκτρολόγιο. “Άλλο μέλισσες κι άλλο άνθρωποι”, του έγραψα, χωρίς να βασανίσω το μυαλό μου περισσότερο. Έκανα κλικ στο Αποσύνδεση και βγήκα. Η ώρα ήταν ακόμη μόλις δέκα. Άνοιξα την τηλεόραση. Σκουπίδια. Θυμήθηκα άλλη μιά φορά τον Γκέλντοφ να τραγουδάει στο The Wall απέναντι σε μιά τηλεόραση γιά τις δεκάδες σκουπιδιών που είχε να διαλέξει. Τώρα γιά να`μαστε ειλικρινείς, δεν έλεγε ακριβώς σκουπίδια αλλά έχω από καιρό αποφασίσει να μη χρησιμοποιώ, όσο μπορώ, κακόηχες λέξεις και βρισιές. Όχι ότι είμαι ο ηθικός, ή ο θρήσκος, ή κι εγώ δεν ξέρω τι. Αλλά να... κάποτε ένοιωσα ότι χρησιμοποιώντας τις φτωχαίνει το μυαλό μου. Ήταν τότε που έπιασα τον εαυτό μου να επαναλαμβάνει τρεις φορές τη λέξη “μαλάκας” -σε διάφορες κλίσεις- και δυό φορές το “γαμώτο” μέσα σε μιά μόνο πρόταση. Σκέφτηκα τότε πως αφού όλες οι ανθρώπινες σκέψεις σχηματίζονται με λέξεις, αν ένας άνθρωπος έχει τόσο περιορισμένο λεξιλόγιο κάτι δεν πάει καλά με τις δυνατότητες του μυαλού του. Τέλος πάντων, το θέμα είναι πως Παρασκευή βράδυ είμαι μέσα, χωρίς να περισσεύει ούτε ένα ευρώ γιά έξοδο, και με λογαριασμούς, προμηθευτές, και νοίκι να με περιμένουν στις αρχές της επόμενης εβδομάδας. Τέλεια! “Άντε γειά μας”, σήκωσα το ποτήρι στον υπολογιστή και τράβηξα μιά γερή γουλιά. Σκέφτηκα τον Traveler και τσούγκρισα μαλακά το ποτήρι στην οθόνη ."Άντε γειά μας", ξαναφώναξα πιέζοντας τον εαυτό μου να ακουστεί εύθυμος. Ανοίγω τον αποκωδικοποιητή. Πριν ένα χρόνο, τι μ`έπιασε, πήγα και γράφτηκα συνδρομητής στη συνδρομητική δορυφορική τηλεόραση. Δεν ήταν κι άσχημα, αλλά βρέθηκα να παλεύω μ` ένα ακόμη λογαριασμό εκεί που πνιγόμουν με τους υπόλοιπους. Δεν έβγαινα με τίποτα και σταμάτησα σε τρεις μήνες. Μου `μεινε όμως ο εξοπλισμός. Έψαξα στα ελεύθερα κανάλια, αυτά που βλέπει κανείς δωρεάν, αλλά ανακάλυψα απλώς ότι στα δεκαεπτά επίγεια σκουπίδια που έβλεπα, προστέθηκαν και μερικές εκατοντάδες δορυφορικά Και έπειτα, πως μου ήρθε η έμπνευση, έριξα μιά ματιά και στα ραδιοφωνικά. Αποκάλυψη! Απίστευτη μουσική, από κάθε γωνιά της Γης. Αφρικάνικοι ήχοι που μέθαγαν σαν δυνατό πιοτό, μεσανατολίτικοι αμανέδες, ασιατικά στριγκά περίεργα τραγούδια, αμερικάνικες ροκιές, τζαζ, και προ πάντων κλασσική που ανακάλυψα ότι λατρεύω, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο! Βρίσκω τον αγαπημένο μου σταθμό, Swiss classic, και γέρνω πίσω με το τσιγάρο να κρέμεται το στόμα και τα βιολιά να γαληνεύουν το νου μου.
“Ναι, έτσι πρέπει να νοιώθει ένας άνθρωπος στο τέλος της βδομάδας”, σκέφτομαι.
“Σωστά, αλλά γιά `σένα το τέλος της βδομάδας είναι αύριο βράδυ”, ακούγεται αυστηρή η φωνούλα στο κεφάλι μου. “Κοίτα μην είσαι λιώμα αύριο έτσι που το κατεβάζεις”. Να βράσω τη φωνούλα και το κεφάλι μου μαζί. Έχει δίκιο φυσικά, αλλά δεν νυστάζω κι η μουσική είναι θεϊκή. Σηκώνομαι γεμίζω το ποτήρι μου σόδα και ξαναπέφτω στην πολυθρόνα. Μπροστά, πίσω από την κλειστή πόρτα, το νεοφερμένο μποξεράκι ακούγεται να κλαίει. Φωτιά στα μπατζάκια μας. Ώρες είναι τώρα να ανοίξουμε και φασαρίες με την πολυκατοικία γιά διατάραξη της κοινής ησυχίας. Πετάγομαι και πάω να δω τι συμβαίνει. Τίποτα δεν συνέβαινε, απλά ήθελε παρέα. Μόλις με είδε το βούλωσε.
“Τι έγινε ρε μάγκα; Μοναξιές;” του ψιθυρίζω. Με κοιτάζει και κουνάει την ουρά του.
“Λοιπόν κοίτα να δεις τι θα γίνει”, του λέω στον ίδιο τόνο.
“Θα σε πάρω μαζί μου στο δωμάτιο αλλά με δυό όρους. Δεν θα βγάλεις κιχ και δεν θα με κατουρήσεις.”
Φάνηκε να συμφωνεί αλλά μετά από τόσο ουίσκι μπορεί και να κατάλαβα λάθος. Το ζήτημα είναι ότι κράτησε τη μισή συμφωνία. Έπεσε γιά ύπνο δίπλα στα παπούτσια μου κι έμεινε σιωπηλός μέχρι το πρωί. Παρακολουθώ γιά λίγο τον ήρεμο ύπνο του με μιά μικρή ζήλια. Δυσκολεύομαι να κοιμηθώ τελευταία. Χαμηλώνω τον ήχο ίσα που η Παθητική του Μπετόβεν να ακούγεται σαν ψίθυρος και πιάνω το βιβλίο του Τζακ Λόντον που δανείστηκα απ` την Βιβλιοθήκη. Από τις πρώτες σελίδες καταλαβαίνω ότι έχει γραφτεί γιά ένα σκύλο. Σύμπτωση, ή κάτι μου έχει ξεφύγει κι ο μπαγάσας ο Traveler κατάλαβε ότι έχω σχέση με ζώα; Περασμένα μεσάνυχτα. Μπάφιασα απ` το διάβασμα, αν και το βιβλίο είναι κορυφαίο. Μπαίνω στο Διαδίκτυο, πιό πολύ από περιέργεια, γιά να δω αν συμμαζεύτηκε κανείς σπίτι του. Στη Φιλοσοφία με περιμένει μήνυμα του Traveler:
“Πόσο καλά ξέρεις τις μέλισσες; Και πόσο τους ανθρώπους;” Κλείνω το μηχάνημα και πηγαίνω γιά ύπνο χολωμένος. Μου την δίνει να `χουν οι άλλοι δίκιο κι εγώ άδικο. Από μέλισσες είχα μεσάνυχτα, και το ζευγάρι που μου αντικατέστησε το μποξεράκι μου θύμιζε ότι είχα πολλά να μάθω γιά τους ανθρώπους.

Δευτέρα 10 Ιαν. 05

Σήμερα το πρωί ήρθαν και πήραν το μποξεράκι. Ευτυχώς, γιατί αν αργούσαν καναδυό μέρες ακόμη θα μου ήταν αδύνατο να το αποχωριστώ. Το είχα στο δωματιάκι μου απ` το βράδυ της Παρασκευής κι είχα αρχίσει να συνηθίζω στον ήχο μιάς δεύτερης ανάσας όταν έσβηνα το φως. Το Σάββατο και την Κυριακή ούτε που γύρισα να κοιτάξω τον υπολογιστή. Το κουτάβι μονοπώλησε το ενδιαφέρον μου με τα παιχνίδια και τις ζημιές του. Έμοιαζε να έχει ένα αστείρευτο κέφι γιά παιχνίδι και μιά εκπληκτική γιά την ηλικία του ικανότητα αντίληψης. Αν δεν είχαν πληρώσει προκαταβολή μπορεί και να μη τους το `δινα. Θαρρώ πως ακούω ακόμα την τσιριχτή φωνή της ξανθιάς που το πήρε στην αγκαλιά της χαμογελώντας ευτυχισμένη: “Πότε είναι η κατάλληλη ηλικία γιά να κόψουμε την ουρά και τ` αυτιά του;”
“Ξέρετε δεν είναι απαραίτητο”, προσπάθησα να της εξηγήσω.
“Α, μα τι λες τώρα”, πετάχτηκε ο άντρας της γελώντας έτσι που η φουσκωτή κοιλιά του χοροπήδησε σαν μπάλα του μπάσκετ στο παρκέ. “Χάλια θα είναι αν δεν κοπούν ουρά κι αυτιά.”
“Aπό κτηνιατρικής πλευράς δεν υπάρχει κανένας λόγος”, επέμεινα. “Απλά έτσι συνηθίζονταν παλιά, επειδή οι άνθρωποι το θεωρούσαν πιό όμορφο.”
“Τι εννοείς παλιά;” ακούστηκε εριστικός ο χοντρός. “Ακόμη τα κόβουν.”
“Παράνομα”, είπα με τον χαρακτηριστικό ήπιο τόνο που παίρνει η φωνή μου όταν αγωνίζομαι να κυριαρχήσω στα νεύρα μου. “Ξέρετε υπάρχει απαγορευτικός νόμος της Ε.Ε που επικυρώθηκε κι απ` τη χώρα μας.”
“Σώπα βρε αδερφέ”, κάγχασε ο τύπος. “Νόμοι της Ε.Ε και κουραφέξαλα... Εδώ τους γράφουμε για σοβαρά θέματα. Στα σκυλιά θα κολλήσουμε; Εγώ να πούμε...”
“Πως θα του μάθουμε να μη λερώνει παντού;” τον διέκοψε η γυναίκα του. Χαμογέλασα, πήρα βαθιά ανάσα κι έβαλα την κασσέτα να δουλεύει: “Ελέγχοντας τις ώρες του ύπνου και του φαγητού του, βγάζοντάς τον έξω πολλές φορές σε συγκεκριμένες ώρες, επιβραβεύοντας τον όταν λερώνει εκεί που θέλετε, και μαλώνοντάς τον όταν λερώνει μέσα στο σπίτι. Θα δείτε ότι σ` αυτή την ηλικία θα κοιμάται πολύ, κι ότι πάντα μόλις ξυπνήσει θα αδειάζει την κύστη του. Αν λοιπόν τον ξυπνάτε σε συγκεκριμένες ώρες, και τον μεταφέρετε στην αγκαλιά σας εκεί που θέλετε να λερώσει, είναι βέβαιο ότι σχεδόν πάντα θα κάνει την ανάγκη του εκεί που πρέπει. Το ίδιο και μετά το γεύμα, οπότε και συχνότατα θα θέλει να αδειάσει το έντερό του. Εννοείται ότι μόλις σας κάνει το κέφι θα του λέτε πολλά μπράβο και θα του δίνετε κάποια μικρή λιχουδιά ως ανταμοιβή.”
“Γιατί πρέπει να τον μεταφέρουμε αγκαλιά;” ρώτησε ο άντρας της υψώνοντας το φρύδι. “Γιατί αν τον ξυπνήσετε και του πείτε να σας ακολουθήσει έξω, το πιθανότερο είναι να τα κάνει πριν φτάσει στη πόρτα. Στην αγκαλιά σας όμως θα σφιχτεί και θα τα κρατήσει.”
“Πόσο καιρό θα γίνεται αυτό;” ακούστηκε προβληματισμένη η γυναίκα. “Δεν έχουμε τόσο χρόνο να διαθέτουμε καθημερινά.”
“Γιά τα περισσότερα κουτάβια αρκούν καναδυό εβδομάδες”, την καθησύχασα.
Η υπόλοιπη μέρα πέρασε χωρίς πολλές φούριες. Μπήκαν μερικοί κι αγόρασαν κονσέρβες, έδωσα ένα παπαγαλάκι μαζί με το κλουβί του κι αυτό ήταν. Καθάρισμα, σφουγγάρισμα, τάϊσμα και πριν το καταλάβω νύχτωσε. Παρήγγειλα δυό πίτες με γύρο, κάθησα στον υπολογιστή και άνοιξα την πρώτη μπύρα της ημέρας- δηλαδή της νύχτας. Ο Ανιχνευτής, παλιός αλλά όχι τακτικός χρήστης, είχε προστεθεί στο θέμα που άνοιξε ο Traveler στη Φιλοσοφία. Το μήνυμα του είχε σταλεί στις 4.30΄ το πρωί. Χα! Κι έλεγα ότι εγώ είμαι ο μοναχικός τύπος. Δάγκωσα μιά μεγάλη μπουκιά κι άρχισα να διαβάζω.
“Αγαπητέ Traveler συμφωνώ με το απόσπασμα που ανέβασες, αλλά νομίζω πως γιά να καταλάβει καλύτερα την ρήση που ανέβασες και ο μη εξοικειωμένος με την τρίτη περίοδο της Στοάς Πέτμαν, χρειάζεται και η παρακάτω:
"Να φαντάζεσαι πάντοτε τον Κόσμο ως αδιαίρετη ζώσα ενότητα, με μιά ψυχή και μιά ουσία, γνωρίζοντας πως ότι συμβαίνει γίνεται αισθητό στην συνείδησή της , δηλαδή αυτή του Κόσμου, και ότι αυτός ο Κόσμος ενεργεί τα πάντα με μιά μόνον βούληση και ότι τα πάντα είναι συμβάλλοντα αίτια όλων των γεγονότων, και ότι υπάρχει σύνδεση και βαθύτερη πλοκή . M.Αυρήλιος 4, 40.”
Ο Πέτμαν, φυσικά, ήμουν εγώ. Κατέβασα μιά μεγάλη γουλιά μπύρα, στριφογυρνώντας στο μυαλό τις λέξεις που είχα μόλις διαβάσει. Σαν κομματάκι πυροβολημένος μου φαινόταν αυτός ο Αυρήλιος, όποιος και νά`ταν τέλος πάντων. Άπλωσα το χέρι και ξεχώρισα ένα παλιό μικρό εγκυκλοπαιδικό λεξικό που μου είχε ξεμείνει απ` τα μαθητικά χρόνια. Θαμμένο κάτω από μιά στίβα βιβλία με ξελάσπωνε όταν βρισκόμουν μπροστά σε μυστηριώδη ονόματα του παρελθόντος. Έτρεξα στις σελίδες του γιά λίγες στιγμές και το `κλεισα κατά τι σοφότερος. Ωραία λοιπόν! Ρωμαίος αυτοκράτωρ του 2ου μ.Χ. αιώνα, από τους τελευταίους σημαντικούς Στωικούς φιλοσόφους. Κατά τα φαινόμενα, αν δεν έλεγε κοτσάνες ο Ανιχνευτής, η Στωική φιλοσοφία χωρίζονταν σε τρεις περιόδους, με τη τελευταία να σβήνει γύρω στο 2ο αιώνα. Άφησα φαί και μπύρα, σκούπισα τα χέρια μου πρόχειρα, κι έγραψα:
“Με όλο το σεβασμό και στους δυό σας, αλλά είναι τουλάχιστον περίεργα αυτά που γράφετε και μου είναι αδύνατον να τα δεχτώ.”
Γύρισα στα Ταξίδια κι άρχισα πάλι να τρώω διαβάζοντας ένα μήνυμα του Σάκη γιά την Ταϊλάνδη. Είχε χορτάσει έλεγε θάλασσα, αλκοόλ, ξενύχτι με ότι αυτό συνεπάγεται, και αγώνες Μουάϊ Τάϊ, που ήταν εκεί το εθνικό μαχητικό άθλημα - κάτι σαν πυγμαχία με κλωτσιές και γονατιές αν κατάλαβα καλά. Δεν είχα καλά καλά προλάβει να τελειώσω την ανάγνωση όταν σχεδόν ταυτόχρονα ήρθαν στη "Φιλοσοφία" μηνύματα από τον Traveler και τον Ανιχνευτή.
“Τα των φιλοσόφων μπορεί να ακούγονται παράδοξα, χωρίς να είναι παράλογα. Κλεάνθης”, ήταν το πρώτο. Ο Ανιχνευτής, όπως και στα προηγούμενα μηνύματά του ήταν περισσότερο ομιλητικός:
“Οι φιλόσοφοι λένε παράδοξα πράγματα. Στις άλλες επιστήμες δεν υπάρχουν παράδοξα; Υπάρχει μεγαλύτερο παράδοξο από το να βάζεις νυστέρι στο μάτι κάποιου γιά να δει; Αν έλεγαν κάτι τέτοιο σε κάποιον άσχετο με την ιατρική , δεν θα θεωρούσε γελοίο αυτόν που το είπε; Τι το παράξενο λοιπόν, αν και στη φιλοσοφία πολλές αλήθειες φαίνονται παράδοξες σε όσους δεν φιλοσοφούν; Αρριανού, Των Επικτήτου Διατριβών , Α' / κε, 32,33”
Το πράγμα είχε αρχίσει να γίνεται ενδιαφέρον. Επιτέλους μιά συζήτηση απ` αυτές που δικαιολογούν το μηνιαίο κόστος μιάς σύνδεσης στο Ίντερνέτ. Έπιασα πάλι το εγκυκλοπαιδικό λεξικό. Βγήκε ότι ο Κλεάνθης ήταν ένας φημισμένος πυγμάχος της πρώτης περιόδου της Στοάς που άφησε την πυγμαχία γιά να γίνει ακόμη πιό φημισμένος φιλόσοφος, ο Επίκτητος ήταν ένας κουτσός δούλος της τρίτης περιόδου που έμελε να γίνει ο τελευταίος σπουδαίος Έλληνας Στωικός, κι ο Αρριανός μαθητής του που έγραψε τα της διδασκαλίας του δασκάλου του. Σηκώνομαι και πάω στη τουαλέτα να αδειάσω τη μπύρα. Στο δωμάτιο έχει το κρύο της αρκούδας. Οι τοίχοι από γυψοσανίδα που χωρίζουν ένα κομμάτι του μαγαζιού στο βάθος, ορίζοντας το δωμάτιό μου, δεν κρατάνε παρά ελάχιστη ζέστη απ` αυτή που βγάζει το μικρό αερόθερμο. Επιστρέφοντας έχω ήδη την απάντηση στο νου μου. Γράφω γρήγορα:
“Χωρίς να θέλω να φανώ εριστικός, όλα αυτά ακούγονται κάπως δογματικά. Θέλω να πω, δεν μπορεί κανείς να τα αποδείξει σωστά;”
Η μπύρα είχε τελειώσει και δεύτερη δεν υπάρχει. Ανάβω ένα τσιγάρο και κλείνω τα μάτια απολαμβάνοντας την ψιθυριστή μουσική του Χάϋντν που, ελέω Ελβετικού ραδιοφωνικού σταθμού, γλυκαίνει την ψυχή μου. Όταν λίγο αργότερα τα ξανανοίγω γιά να στραγγίξω στο ποτήρι μου τα τελευταία υπολείμματα ουίσκι- που είχε μένει απ` την Παρασκευή- βλέπω ότι έχω απάντηση απ` τον Ανιχνευτή:
“Έχεις δίκιο να μην καταλαβαίνεις έτσι αποσπασματικά που παραθέτω τη Στωική σκέψη. Το να γίνω πιό επεξηγηματικός όμως θα απαιτούσε πολύ χρόνο, που αυτή τη στιγμή δεν έχω. Αντ` αυτού, τι θα έλεγες αν σου έδινα ένα τρανταχτό παράδειγμα ότι τα πάντα είναι συμβάλλοντα αίτια όλων των γεγονότων, και ότι υπάρχει σύνδεση και βαθύτερη πλοκή ; Σε πληροφορώ λοιπόν ότι η εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στη Ινδία ήταν ένα από τα συμβάλλοντα αίτια -ίσως το σπουδαιότερο- στην εξάπλωση και την επιβολή του Βουδισμού.” Κόντεψα να βγάλω το ουίσκι απ` τη μύτη.
“Τι διάολο”, σκέφτομαι, “άλλος πίνει ,άλλος μεθάει;” Τα δάχτυλά μου πετούν πάνω στα πλήκτρα:
“Θέλεις να πείς ότι ο Αλέξανδρος έγινε Βουδιστής κι επέβαλλε εκεί αυτή την θρησκεία; Ενδιαφέρον... αλλά δεν το έχω ακούσει ποτέ. Ποιά είναι η πηγή σου;” Στέλνω το μήνυμα συνοδευμένο από ένα σηματάκι που παριστάνει μιά ειρωνική γκριμάτσα, βέβαιος ότι ο άγνωστος συνομιλητής μου είναι απ` αυτούς που, κατά την δική μου ορολογία, έχουν ελληνοκεντρική θεώρηση όλων των γεγονότων της ανθρώπινης Ιστορίας. Ανάβω το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου και πετιέμαι μέχρι το περίπτερο στη γωνία γιά τσιγάρα και μπύρες. Γυρνώντας η φωτεινή ένδειξη νέο μήνυμα στη Φιλοσοφία με ειδοποιεί γιά την απάντηση που περιμένω. Ανοίγω τη σελίδα ανυπόμονος, περιμένοντας να διαβάσω την επιβεβαίωση της υποψίας μου ότι ο Ανιχνευτής έλεγε αρλούμπες.
“Όχι ο Αλέξανδρος δεν έγινε Βουδιστής” γράφει, προσθέτοντας ένα χαμόγελο “Απλά όταν τα στρατεύματά του έφτασαν στον Ινδό, κάποιος Τσαντραγκούπτα, μεγάλο μούτρο κατά τα φαινόμενα, παρουσιάστηκε στο στρατόπεδό του ως φυγάς ζητώντας άσυλο. Έγινε δεκτός, με αποτέλεσμα σιγά σιγά να αποκτήσει δύναμη και να μάθει τα των ελληνικών στρατιωτικών πραγμάτων. Έτσι, όταν μετά είκοσι χρόνια ξεσήκωσε τους ντόπιους εναντίον του Σέλευκου, που τότε ήταν κυβερνήτης των επαρχιών του Ινδού, κατάφερε να τον νικήσει και να διώξει τους 'Ελληνες. Αυτός ο Τσαντραγκούπτα λοιπόν κατάφερε να στεριώσει τόσο καλά τον θρόνο του ώστε να διατηρηθεί και γιά τον εγγονό του, τον φημισμένο και γνωστό στους περί τα ινδικά εντρυφούντες, Ασόκα. Τον βασιλιά δηλαδή που συνετέλεσε τόσο καθοριστικά στην διάδοση και επιβολή της προαναφερόμενης θρησκείας, ώστε να αποκληθεί από τους ιστορικούς Μέγας Κωνσταντίνος του Βουδισμού. Πηγές δεν έχω πρόχειρες αυτή τη στιγμή, αλλά αν θέλεις σου τις στέλνω αύριο με προσωπικό μήνυμα.”
Ήταν περασμένες μία, το μυαλό μου ήταν γεμάτο από αχώνευτες πληροφορίες, στο κεφάλι μου αιωρούνταν ατμοί οινοπνεύματος, κι ένοιωθα τα βλέφαρά μου να ζυγίζουν όσο δυό ενήλικα ροντβάϊλερ. Έκλεισα το παλιομηχάνημα και πήγα γιά ύπνο.

Τετάρτη 12 Ιαν. 05

Έχω απ` το πρωί φριχτό πονοκέφαλο, συνέπεια της χθεσινοβραδυνής κραιπάλης. Απ` την ώρα που ξύπνησα καταπίνω τις ασπιρίνες σαν καραμέλες, αλλά αποτέλεσμα μηδέν. Τέρμα! Τσιγάρο και ποτό κομμένα.
“Ο Μαρκ Τουαίν είχε πει, πως το να κόψει κανείς το τσιγάρο είναι το ευκολότερο πράγμα, και πως ο ίδιος το ήξερε καλά γιατί το`χε κόψει χίλιες φορές”, ακούστηκε κοροϊδευτική η φωνούλα μές το κεφάλι μου. “Ευχαριστώ πολύ”, μούγκρισα.
“Έχεις να μου πεις καμιά άλλη εξυπνάδα;”
Η μέρα πέρασε δύσκολα παρόλο που το μαγαζί ήταν ανοιχτό μόνο το πρωί. Το μεσημέρι μετά από ένα ψευτογεύμα έπεσα σαν ξερός και νωρίς το βράδυ που ξύπνησα ένοιωθα κάπως καλύτερα. Ευτυχώς γιατί τα ζωντανά χρειάζονταν περιποίηση κι εγώ τα είχα αμελήσει. Έπιασα να δουλεύω και όταν ξανακοίταξα το ρολόϊ μου ήταν κιόλας δέκα και μισή! Έφτιαξα ένα τραχανά κι έκατσα στον υπολογιστή. Ο Βαγγέλης μάλωνε ακόμη με τον Ράμπο με ακροατήριο τον Πιλότο και την Μπαλλαρίνα, που πετώντας ποτέ πότε το λογάκι τους κράταγαν ζωηρή τη λογομαχία. Στη Λογοτεχνία-βιβλία ένας ορεξάτος καινούργιος ανέβασε μιά λίστα από είκοσι προτεινόμενα βιβλία που χαρακτήριζε αριστουργήματα. Καναδυό τα είχα ήδη διαβάσει κι όντως μετρούσανε, οπότε έσωσα μερικούς απ` τους τίτλους που μου φάνηκαν πιό ζουμεροί. Στη Φιλοσοφία τίποτα καινούργιο. Κράτησα την τελευταία σελίδα, βγήκα απ` το Δίκτυο, έβαλα μουσική, κι έπιασα πάλι Το κάλεσμα της άγριας φύσης. Δυό σελίδες μετά τα παράτησα. Δεν είχα μυαλό γιά διάβασμα. Έγειρα πίσω κι έτριψα τα μάτια σε μιά προσπάθεια να διώξω τον πονοκέφαλο. Πίεσα με τον αντίχειρα το σημείο στη βάση της μύτης, ανάμεσα στα φρύδια, όπως είχα δει να κάνουν σε μιά ταινία, κι ένοιωσα καλύτερα. “Κοίτα να δεις που καμιά φορά πιάνουν αυτά τα ανατολίτικα κόλπα” , μουρμούρισα χαμογελώντας. Κι έπειτα θυμήθηκα ότι κι ο Αλέξανδρος ήταν γερό ποτήρι και το χαμόγελο έγινε γελάκι, καθώς τον φαντάστηκα με Ινδούς πάνω απ` το κεφάλι να του κάνουν μασάζ, γιά να διώξουν το βασιλικό κρασοκεφαλόπονο. Ο Αλέξανδρος... Ξανάφερα στο νου μου το τελευταίο μήνυμα του Ανιχνευτή. Και ξανασκέφτηκα εκείνο το: “τα πάντα είναι συμβάλλοντα αίτια όλων των γεγονότων, και ότι υπάρχει σύνδεση και βαθύτερη πλοκή” . Έπρεπε να παραδεχτώ ότι η ιστορία με τον Τσαντραγκούπτα με εντυπωσίασε, αλλά είναι αρκετό ένα και μόνο γεγονός γιά φτάσει κανείς σε τέτοια βαρύγδουπα συμπεράσματα;
“Και γιατί δεν τον ρωτάς να δεις τι θα σου πει;” σκέφθηκα. Ξαναμπήκα στο Διαδίκτυο και του έστειλα την ερώτηση μου. Στα Ταξίδια" μάλωναν ακόμη. Ε, μα είχαν καταντήσει αηδία πιά. Ξεκίνησα να γράφω κι εκεί ένα σύντομο μήνυμα, δηλώνοντας την δυσφορία μου και παρακαλώντας γιά μιά πιό ενδιαφέρουσα συζήτηση. Τα δάχτυλα μου ακινητοποιήθηκαν καθώς αναρωτήθηκα: “...πιό ενδιαφέρουσα, όπως;”
Έμεινα γιά λίγο σκεφτικός κι έπειτα συνέχισα γελώντας μόνος μου: “...όπως η Ινδία ”, συνέχισα. “Ξέρετε, πρόσφατα διάβασα μιά απίστευτη ιστορία γιά την Ινδία και τον Αλέξανδρο!”

Πέμπτη 13 Ιαν. 05

Η δουλειά πηγαίνει απ` το κακό στο χειρότερο. Τα οικονομικά μου δεν ήταν ποτέ χειρότερα κι αρχίζω να νοιώθω ότι ήταν μεγάλο λάθος που άφησα το χωριό κι άνοιξα τούτο το μαγαζί. Αλλά πάλι, στο χωριό ένοιωθα να πνίγομαι...Κι εδώ σώθηκα, θα μου πεις... Δεν σταματώ να βγαίνω και να διασκεδάζω...Τι τα θέλεις, αν δεν έχεις οικονομική άνεση παντού τα ίδια χάλια είναι. Ή μήπως όχι; Στο χωριό δεν θυμάμαι να ζορίστηκα ποτέ τόσο πολύ, ίσως γιατί είχα λιγότερες υποχρεώσεις να καλύψω απ` ότι τώρα. Σήμερα το πρωί πέρασε ο Νίκος. Χάρηκα στ` αλήθεια που τον είδα και μιλήσαμε ώρα πολλή γιά το χωριό και τις δουλειές μας. Απ` ότι κατάλαβα το μπακάλικό του δεν πάει κι άσχημα. Πέρασε να μου πει ότι σε λίγους μήνες τελειώνει το σπίτι που χτίζει, οπότε θα ξενοικιάσει το πατρικό μου. Καλό γι αυτόν, κακό γιά μένα. Αν και του το είχα νοικιάσει φτηνά- τι στην ευχή μαζί μεγαλώσαμε- το ενοίκιο ήταν μιά σημαντική βοήθεια όλον αυτό τον καιρό που προμηθευτές και λογαριασμοί μου έχουν γίνει εφιάλτης. Δεν ήταν λίγες οι φορές που με τα δικά του λεφτά πλήρωσα το φαγητό μου. Και δεν μιλάμε γιά πολυτέλειες, γιά κανένα σάντουιτς και μακαρονάδες μιλάμε. Τέλος πάντων... Μετά τον Νίκο ήρθε η κυρία Καίτη με την Νταίζη. Όταν της την πούλησα πριν δέκα περίπου μήνες είχα δηλώσει ότι πρόκειται γιά εξαιρετικό σκυλί, αλλά δεν φανταζόμουν ότι η Νταίζη ήταν γεννημένη πρωταθλήτρια. Μορφολογικά εξελίχθηκε σ` ένα τέλειο γερμανικό ποιμενικό, και ο τρόπος που συνόδευε την κυρία Καίτη έδειχνε ζώο ισορροπημένο και ευγενικό. Γονάτισα και την χάϊδεψα χώνοντας τα δάχτυλά μου στη γούνα του λαιμού της. Με γνώριζε από κουτάβι και ανταποκρίθηκε ευτυχισμένη.
“Ήρθαμε να ζητήσουμε την συμβουλή σας γιά ένα προβληματάκι που προέκυψε τελευταία...”, κόμπιασε η κυρά της πάνω απ` το κεφάλι μου. Γύρισα απορημένος.
“Τι προβληματάκι;”
“Καταστρέφει ό,τι βρεθεί μπροστά της”, είπε χαμογελώντας θλιμμένα.
“Δοκιμάσαμε τα πάντα, ακόμη και μερικές ξυλιές στα πισινά, αλλά αυτή συνεχίζει τα δικά της. Μασάει παπούτσια, έπιπλα, ρούχα... μέχρι μπρίζες. Δεν έμεινε και τίποτα σωστό μες στο σπίτι.”
“Την αφήνετε πολλές ώρες μόνη της;” ρώτησα, σίγουρος γιά την απάντηση.
“Ναι”, επιβεβαίωσε η κυρά της. “Δουλεύουμε με τον άντρα μου ώρες καταστημάτων, οπότε δεν γίνεται αλλιώς.”
“Την βγάζετε τουλάχιστον τακτικά γιά περπάτημα ή τρέξιμο;”
“Μπα, που χρόνος...Εδώ δεν προλαβαίνουμε να ξυθούμε”,
γέλασε νευρικά.
“Ασχολείται καθόλου με τα παιχνίδια που της αγοράσατε;”
“Ποιά παιχνίδια καλέ; Ούτε που γύρισε να τα κοιτάξει. Προτιμά τα παπούτσια και τις παντόφλες μας.”
“Λοιπόν έχουμε πολλά να πούμε”, ανακοίνωσα με επαγγελματικό ύφος. “Και πρώτα πρώτα πρέπει να έχετε υπ` όψιν σας ότι η Νταίζη εκδηλώνει μιά φυσιολογική συμπεριφορά, που δυστυχώς όμως απέκτησε λάθος προσανατολισμό. Δηλαδή είναι φυσιολογικό γιά ένα σκυλί να παίζει με πράγματα που θεωρεί ενδιαφέροντα, όπως λόγου χάριν οι δερμάτινες παντόφλες που έχουν την μυρωδιά των ανθρώπων που αγαπάει. Γι αυτό δεν πρέπει να σκεφτούμε πως να την αποτρέψουμε από το να κάνει κάτι που είναι φυσιολογικό γιά όλα τα σκυλιά , αλλά πως να στρέψουμε το ενδιαφέρον της στα αντικείμενα εκείνα που εμείς θέλουμε να χρησιμοποιεί γιά παιχνίδια.”
“Δεν ακούγεται και πολύ εύκολο”, σχολίασε σμίγοντας τα φρύδια.
“Δεν είναι δύσκολο, μόνο που θέλει το χρόνο του”, συνέχισα. “Γιά αρχή θα πρέπει να πασαλείψετε τα παιχνίδια που της αγοράσατε με ζωμό κρέατος ή κάποια λιχουδιά που της αρέσει. Έπειτα καθώς θα τα μασάει, ρίχνετέ της από καμιά φορά λιχουδιές δίπλα στα παιχνίδια, έτσι που να την κάνετε να πιστέψει ότι παίζοντας μ` αυτά την ανταμείβετε. Παράλληλα τρίψτε με κάτι πικρό ή καυτερό όλα τα έπιπλα, τα παπούτσια , τις μπρίζες κι ό,τι άλλο συνήθιζε τέλος πάντων μέχρι τώρα να δαγκάνει.”
“Πικρό ή καυτερό, όπως;”
“Όπως καυτερή πιπεριά ή λάδι κιτρονέλλας.”
“Πιστεύετε ότι θα λύσουμε έτσι το πρόβλημα;”
“Θα το περιορίσετε πάντως αισθητά. Γιά να το λύσετε εντελώς θα πρέπει να κάνετε και κάποιες θυσίες. Να την βγάζετε έξω τουλάχιστον τρεις φορές την μέρα και να φροντίζετε να κουράζεται αρκετά ώστε να μην της μένει όρεξη γιά ζημιές. Κι επίσης θα πρέπει να έχετε κατά νου ότι αυτές οι συμπεριφορές γίνονται συνήθεια. Και η Νταίζη μας πρέπει να ξεσυνηθίσει. Και γιά να ξεσυνηθίσει, να ξεχάσει δηλαδή να δαγκώνει παντόφλες, έπιπλα κλπ, θα πρέπει όταν μένει μόνη της να την περιορίζετε σε ένα χώρο χωρίς πράγματα που καταστρέφονται εύκολα. Γιατί βέβαια όταν είστε παρόντες και την επιβλέπετε τα πράγματα είναι πιό εύκολα. σωστά;”
“Σωστά, αλλά όπως περιγράφετε αυτόν τον χώρο, καταλαβαίνω ένα δωμάτιο σχεδόν άδειο.” “Κάπως έτσι”, γέλασα. “Καταλαβαίνω ότι σας βάζω δύσκολα. Γι αυτό μίλησα γιά μικρές θυσίες. Όπως και να έχει όμως ξεκινήστε απ` τα εύκολα , απ` αυτά δηλαδή που σας πρότεινα στην αρχή, και μετά συνεχίστε με τα δύσκολα στο βαθμό που μπορείτε. Θέλω να πω, ας μην βγει η Νταίζη τρεις φορές έξω μιά μέρα που θα είστε κουρασμένη απ` την δουλειά. Ας βγεί μία, γιά περισσότερη ώρα.”
Έμεινε ακόμη μισή ώρα διηγούμενη τις περιπέτειές της με την Νταίζη, γελάσαμε με τις σκανταλιές της, και τέλος έφυγε αφήνοντας μιά καλή παραγγελία γιά κονσέρβες και κροκέτες. Το απόγευμα, ευτυχώς, είχα αρκετή δουλειά και το βράδυ έκλεισα ταμείο κουρασμένος αλλά χαρούμενος. Τελείωσα επιτέλους το βιβλίο του Τζακ Λόντον που το παίδευα μέρες και κράτησα σημείωση στο νου μου να δανειστώ κι άλλα δικά του. Είχε πάρει το μάτι μου στο ράφι την Σιδερένια φτέρνα και ένα ακόμη δικό του, κάτι σχετικό με πειρατές και τον Άγιο Φραγκίσκο. Τσίμπησα κάτι ανόρεχτα και άνοιξα τον υπολογιστή.
“Τι τους έπιασε όλους σήμερα;” αναρωτήθηκα καθώς είδα να γίνεται χαμός από μηνύματα. Στη Λογοτεχνία-βιβλία η Νεφέλη συζητούσε με νέους χρήστες γιά την μόδα της συνομωσιολογίας στα βιβλία και τα νέα ευπώλητα του είδους που αρχίζουν και μοιάζουν ενοχλητικά μεταξύ τους. Πρόσθεσα ένα ολιγόλογο μήνυμα ότι συμφωνώ -πως να γράψεις περισσότερα αν συμφωνείς; - και κοίταξα σε άλλες θεματικές ενότητες. Στα Ταξίδια είχαν τσιμπήσει το δόλωμα που είχα πετάξει και τώρα φούντωνε μιά συζήτηση γιά την Ινδία. Έτρεξα βιαστικά τις δύο σελίδες που είχαν κιόλας γεμίσει και εμπλούτισα τις γνώσεις μου με εμπειρίες ανθρώπων που είχαν ζήσει αυτοκρατορική χλιδή σε ξενοδοχεία πολυτελείας και άλλων που προτίμησαν να γνωρίσουν τη χώρα μόνοι τους , χωρίς ξεναγούς και πακέτα παροχών, σε ξενώνες αμφίβολης καθαριότητας και με ταλαιπωρίες κωμικοτραγικές. Στην Φιλοσοφία τρία νέα και ανούσια μηνύματα ακολουθούσαν αυτό του Ανιχνευτή που περίμενα. Ο Ζ81 και ο Ράμπο σχολίαζαν ειρωνικά τις ρήσεις του Μάρκου Αυρηλίου και του Επίκτητου, ενώ η Μπαλαρίνα τα είχε βάλει με τον Τσαντραγκούπτα που είχε φανεί αγνώμων στους προστάτες του. Τους έριξα μιά γρήγορη αδιάφορη ματιά και έφερα στην οθόνη μου το κείμενο του Ανιχνευτή:
“Αγαπητέ Πέτμαν, όχι, φυσικά και δεν είναι αρκετό ένα γεγονός γιά να πιστοποιήσει την αλήθεια της ρήσης που προανέφερα. Αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορώ να σου γράψω ακόμη χίλια παραδείγματα γιά να πειστείς. Μυαλό έχεις απ` ότι κατάλαβα, σκέψου, διάβασε, ψάξε και λίγο μόνος σου. Τα συμπεράσματα στα οποία θα φτάσεις έτσι θα έχουν μεγαλύτερη αξία από τις έτοιμες -σαν μασημένη τροφή- αποδείξεις που ζητάς. Και γιά να μην εκλάβεις την άρνησή μου ως αδυναμία παράθεσης άλλων παρομοίων συσχετιζομένων γεγονότων θα σου δώσω, με την μορφή γρίφου, άλλο ένα. Υπάρχει λοιπόν σχέση ανάμεσα στην άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, την κατάληψη της Ρόδου από τον Σουλεϊμάν τον μεγαλοπρεπή και την αποτυχία της κατάληψης της Μάλτας από τον προαναφερθέντα σουλτάνο. Ποιά είναι;”
“Ευχαριστώ. Με υποχρέωσες”, απάντησα δηκτικά. Ήμουν βέβαιος ότι η σχέση γιά την οποία μιλούσε ο Ανιχνευτής υπήρχε, αλλά δεν είχα καμιά όρεξη να μετατρέψω σε ιστορική έρευνα, την ανάλαφρη κουβεντούλα που έψαχνα γιά να γεμίσω τις νύχτες μου.



ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

πέθανε γιά ν` αναστηθείς
κράτα το χέρι σου γροθιά
το στόμα να βουλώσεις
-ότι κι αν γίνει έρχεται το αύριο

Θανάσης Μουσόπουλος, άδηλες σχέσεις, Σημεία στίξης, 11

Κυριακή 6 Φεβρ. 05

Κάθομαι στον υπολογιστή κι είμαι λιώμα. Απ` το μεσημέρι γυρνάω πάνω κάτω στο μαγαζί μ` ένα ποτήρι στο χέρι. Δεν βοηθάει και πολύ, αλλά μήπως και τι βοηθάει; Το πρωί κατέβηκα στο υπόγειο κι άρχισα να ουρλιάζω, προσπαθώντας να βγάλω από μέσα μου όλη την θλίψη, την απογοήτευση και την απελπισία που μ` έχει συνθλίψει. Άλλη μιά απόπειρα “κοινωνικοποίησης” απέτυχε. Χα! Ο ειδικός στο να δίνει συμβουλές κοινωνικοποίησης γιά σκύλους και γάτες, απέτυχε στην εφαρμογή τους σε ανθρώπους. Τρανή απόδειξη της διαφορετικότητος των ειδών, θα μου πεις... Άλλη μιά φορά προσπάθησα να βγώ απ` το μαγαζί, να γνωρίσω ανθρώπους, να μιλήσω μαζί τους, να μοιραστώ σκέψεις μου και να ακούσω τις δικές τους. Αδύνατον. Αρχίζω να πιστεύω πως το πρόβλημα είναι δικό μου. Δεν μπορεί ο κόσμος να αποτελείται μόνο από αδιάφορα κούφια ανθρωπάκια. Σκέφτομαι καμιά φορά μήπως όλα αυτά τα βιβλία που από μικρό παιδί αγάπησα, μου έκαναν κακό. Μήπως βυθισμένος εκεί μέσα, συνήθισα να επικοινωνώ με πεθαμένους και αποξενώθηκα απ` τους ζωντανούς. Ότι και να `γινε, τώρα πιά δεν αλλάζει. Είμαι αυτός που είμαι . Ένας ξένος μέσα σε μιά ξένη πόλη. Ξέρω πως υπάρχουν γύρω μου άνθρωποι που διασκεδάζουν, άλλοι που ερωτεύονται, κι ίσως μερικοί που νοιώθοντας όπως εγώ ψάχνουν γιά συντροφιές. Όπως και να `ναι όμως, εγώ αδυνατώ να μπώ σε κάποια συντροφιά, έτσι που δυσπρόσιτες και κλειστές μοιάζουν με ελιτίστικες λέσχες. Απ` τις 14 του περασμένου μήνα δεν ξαναμπήκα σε αίθουσες συζητήσεων. Κουράστηκα να συνομιλώ αποσπασματικά με ανθρώπους δίχως υλική υπόσταση. Πέρασε απ` το νου μου ότι ίσως κατάφερνα να προκαλέσω κάποιο ρήγμα στα αόρατα τείχη που με κλείνουν έξω απ` αυτή την πόλη, ή ακόμη ότι θα μπορούσα να γνωρίσω καμιά κοπέλα. Μπήκα σε μπαράκια και ήπια αμέτρητους καφέδες σε καφετέριες. Κέρασα ποτά και προσπάθησα να πιάσω κουβέντα γιά θέματα ελαφρά. Μάταια! Αποτυχία! Την πλήρωσε πάλι ο σάκος της πυγμαχίας στο υπόγειο. Τον βάρεσα με χέρια και πόδια μέχρι που δεν μου ` μεινε στάλα δύναμη κι άρχισαν να τρέμουν τα γόνατά μου. Α ναι! Ο σάκος πυγμαχίας. Τον κρέμασα στο υπόγειο πριν έξι μήνες. Βοηθάει να διώχνω λίγη απ` την ένταση όταν με σφίγγουν τα ζόρια. Όταν “έρχονται τούμπα τα αντικαταθλιπτικά”, που έλεγε κι η συγχωρεμένη η Κατερίνα Γώγου. Παλιά συνήθιζα να τρέχω. Τρία χιλιόμετρα τη μέρα κι έξι όταν η ανάγκη μου γιά γυναίκα γινόταν πιεστική. Τώρα έχω το σάκο. Το βρίσκω πιό εύκολο, ειδικά τις χειμωνιάτικες βροχερές μέρες. Κι έπειτα ...τι να το κρύψω; Υπάρχει οργή που κοχλάζει μέσα μου, ανάγκη να χτυπήσω κάτι. Η μοναξιά αγριεύει τον άνθρωπο. Ήξερες τι έγραφες Κατερίνα, ε; “...η μοναξιά μας λέω.../ είναι τσεκούρι στα χέρια μας / που πάνω απ` τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.” Να`μαι πάλι να κουβεντιάζω με πεθαμένους... Τι κουσούρι κι αυτό, Θεέ μου. Από αύριο ξαναρχίζω τις κουβεντούλες στο Ίντερνετ. Γιά σήμερα είναι αδύνατον. Νυστάζω κι είμαι πολύ πιωμένος, ακόμη και γιά να μαλώσω με τον Ράμπο. Θα μπουσουλήσω μέχρι την τουαλέτα να αδειάσω από μέσα μου όσο πιοτό μπορέσω και θα ξεραθώ στο κρεβάτι.

Τρίτη 8 Φεβρ. 05

Τελικά δεν μπόρεσα να αγνοήσω την πρόκληση του Ανιχνευτή. Από χθες το πρωί σκαλίζω γιά την περίεργη σχέση που ανέφερε. Πέρασα όλο το απόγευμα της Δευτέρας στην Βιβλιοθήκη και στις 8 που έκλεισε γύρισα στο δωματιάκι μου φορτωμένος βιβλία. Τελείωσα το διάβασμα στις 1.30΄ σήμερα το πρωί, εξουθενωμένος και κατάπληκτος. Ξέρει καλά τι λέει ο άτιμος! Κάθομαι τώρα στον υπολογιστή και ανασυνθέτω συνοπτικά την ιστορία, συνδυάζοντας προσεκτικά τα κομμάτια του πάζλ, έτσι ώστε σιγά σιγά σχηματίζεται στην οθόνη μου ολόκληρη η εικόνα των “συμβαλλόντων αιτίων των γεγονότων.” Το δυσκολότερο πρόβλημα στο γρίφο, ήταν το πρώτο κομμάτι του. Δεν μπορούσα να συνδέσω την άλωση της Πόλης με την κατάληψη της Ρόδου και την επίθεση στη Μάλτα. Το δεύτερο ήταν εύκολο μιά και μου ήταν γνωστό πως η κατάληψη της Ρόδου από τους Τούρκους, έγινε ενώ αυτή αποτελούσε ιδιοκτησία των Ιωαννιτών ιπποτών. Βρήκα λοιπόν ότι οι Ιωαννίτες την είχαν ήδη υπερασπιστεί στα 1.480 με επιτυχία εναντίον του Μωάμεθ του Πορθητή, αλλά στη δεύτερη επίθεση που έγινε στα 1.521 απ` τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, βρέθηκαν να πολεμούν εξακόσιοι ιππότες, ενισχυμένοι με τεσσεράμισι χιλιάδες στρατιώτες, εναντίον εκατόν σαράντα χιλιάδων Οθωμανών και τετρακοσίων πλοίων. Με αναλογία δυνάμεων ένας άντρας προς εικοσιοχτώ δεν μου φάνηκε περίεργο που νικήθηκαν, αλλά που άντεξαν μέχρι την Πρωτοχρονιά του 1.523, οπότε και διέφυγαν στην Κρήτη. Μισής ώρας ψάξιμο με οδήγησε στο να μάθω πως λίγο αργότερα έφτασαν στη Μεσίνα της Σικελίας, κι από εκεί στην Τσιβιταβέκια καλεσμένοι του Πάπα, γιά να καταλήξουν τελικά στη Μάλτα που τους παραχωρήθηκε από τον Κάρολο Ε΄ με αντίτιμο ένα λευκό γεράκι ετησίως. Κι έτσι, να που φτάσαμε και στην Μάλτα! Το τρίτο κομμάτι του γρίφου με παίδεψε αρκετά, αν κι όχι όσο το πρώτο. Βρήκα πως το 1.565 η Μάλτα και οι ιππότες της, δέχτηκαν επίθεση από τους Οθωμανούς του παλιού τους εχθρού , του Σουλεϊμάν. Αυτή τη φορά ήταν σαράντα χιλιάδες Οθωμανοί με διακόσια πλοία εναντίον εφτακοσίων ιπποτών και εφτά χιλιάδων οχτακοσίων στρατιωτών. Λοιπόν, με βάση αυτά που διάβασα αυτοί οι Ιωαννίτες, που είχαν μετονομασθεί πλέον σε ιππότες της Μάλτας, θα πρέπει να ήταν απίστευτοι πολεμιστές σε στεριά και θάλασσα. Το πράγμα ξέφευγε τόσο πολύ απ` τα ανθρώπινα μέτρα που αναγκάστηκα να το διασταυρώσω κι από άλλες πηγές. Ήταν αλήθεια! Πολεμούσαν σαν μυθικοί ήρωες. Χάθηκα γιά ώρες μέσα στις λεπτομέρειες των μαχών και θαύμασα την υπεράνθρωπη ανδρεία τους -οι τραυματισμένοι πολεμούσαν δεμένοι σε καρέκλες- αλλά μέχρι εκεί... Τίποτα που να με βοηθήσει σ` αυτό που έψαχνα. Τώρα, εκ των υστέρων, σκέφτομαι ότι μάλλον με είχε τόσο πολύ συναρπάσει ο ηρωισμός τους, που ο νους μου ξέχειλος από εικόνες δεν χώραγε την μικρή λεπτομέρεια που θα έδινε και το κλειδί του γρίφου. Ακόμη και τώρα που γράφω στο μυαλό μου είναι καρφωμένη η εικόνα του Μεγάλου Μάγιστρου, του αρχηγού τους δηλαδή, να στέκεται μόνος του απέναντι στα στίφη των εχθρών κρατώντας το πέρασμα. Αν είναι δυνατόν! Απ` ότι κατάλαβα, την κρισιμότερη στιγμή του πολέμου, κι ενώ το πρώτο οχυρό των ιπποτών είχε πέσει συμπαρασύροντας το ηθικό τους, οι Οθωμανοί κατάφεραν να ανατινάξουν μέρος του τείχους του δεύτερου οχυρού δημιουργώντας το πολυπόθητο πέρασμα που θα τους επέτρεπε να μακελέψουν τους συντριπτικά λιγότερους ιππότες. Οι Ιωαννίτες που υπεράσπιζαν το κατεστραμμένο τμήμα του τείχους κείτονταν νεκροί απ` την έκρηξη κι οι υπόλοιποι φάνηκαν να παγώνουν. Οι εχθροί είχαν αρχίσει να τρέχουν προς το άνοιγμα, όταν ένας εβδομηντάχρονος άρπαξε μιά λόγχη από έναν σκοτωμένο κι έτρεξε να φράξει μόνος το ρήγμα. Μιά γκρίζα από την σκόνη φιγούρα, μ` ένα κόκκινο μεγάλο λεκέ που άπλωνε αργά στο πόδι, και μιά λόγχη στραμμένη ενάντια σε χιλιάδες. Μία φτυσιά στα μούτρα του μαυροντυμένου θεριστή, ανασυρμένη θαρρείς από χίλια διακόσια χρόνια πριν την αρχή του Χρόνου - “Αιδώς Αργείοι”. Μιά καμτσικιά στην αντρειοσύνη των ιπποτών... Οι υπερασπιστές ξύπνησαν. Οι εχθροί δεν μπήκαν στο οχυρό. Το όνομα του εβδομηντάρη αρχηγού, ντε λα Βαλέτ... Σαν την Βαλέτα, την πρωτεύουσα του νησιού σήμερα. Ντε λα Βαλέτ, ένα όνομα που συνάντησα ξανά στον μακρύ κατάλογο με τα ονόματα των Μεγάλων Μαγίστρων των Ιωαννιτών, που περιείχε ονόματα από την εποχή που λέγονταν ακόμη Οσπιτάλιοι. Το μάτι διέτρεξε μηχανικά τον κατάλογο. Λίγο πιό κάτω διέκρινα το όνομα του Μεγάλου Μαγίστρου Φιλίπ Βιλιέρ ντε Λιλ Αντάμ, που υπερασπίστηκε ηρωικά την Ρόδο. Συνέχισα προς τα πάνω και τινάχτηκα όρθιος με μιά κραυγή θριάμβου. Αυτό ήταν! Είχα βρεί την άκρη του μίτου. Μερικά ονόματα πάνω από το ντε λα Βαλέτ και δίπλα στην χρονολογία 1.636, υπήρχε φαρδύ πλατύ το όνομα, Ιωάννης Παύλος Λάσκαρης! Το όνομα Λάσκαρης - ή πιό σωστά Λάσκαρις, γιά να σεβαστούμε και την αρχική ορθογραφία του ονόματος - μου ήταν γνωστό από την Βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια του 13ου αιώνα. Κάποιος λοιπόν απ` αυτούς τους Λασκαρίδες βρέθηκε στη Μάλτα κι έγινε Μεγάλος Μάγιστρος του τάγματος. Πώς; Άρχισα να ψάχνω στα σχετικά με την άλωση της Πόλης γιά τους Λασκαρίδες. Τίποτε! Εκτός από το ότι, σαν έπεσε η Πόλη, κάποιοι αριστοκράτες γιά να σώσουν τα κεφάλια τους μπήκαν στη δούλεψη των Τούρκων. Συνηθισμένα πράγματα. Οι αριστοκράτες ανέκαθεν τα βόλευαν καλύτερα απ` το λαό. Ξανακοίταξα στα γεγονότα της Μάλτας. Και ήταν εκεί! Τώρα που ήξερα τι ψάχνω, η λύση ξεχώριζε σαν φωτεινή επιγραφή. Λίγες λέξεις σε δυό γραμμές αποκάλυπταν ότι λίγο πριν την μεγάλη και καθοριστική επίθεση των Οθωμανών στο δεύτερο οχυρό, ένας ανώτερος αξιωματικός του στρατού τους αποφάσισε να αλλάξει στρατόπεδο κι όρμηξε στα τείχη των ιπποτών με τους Τούρκους να τον καταδιώκουν. Γλύτωσε, μπήκε στο οχυρό και αποκάλυψε στους έκπληκτους ιππότες πως σκοπός του ήταν να δώσει το τουρκικό σχέδιο επίθεσης στους Χριστιανούς και να προσθέσει το ξίφος του στα δικά τους, εναντίον των αλλοθρήσκων. Χρειάζονταν ελάχιστο ψάξιμο πλέον γιά να μάθω το όνομά του. Ήταν φυσικά Λάσκαρις, και υπήρξε ο πρόγονος τού μετέπειτα Μεγάλου Μάγιστρου Ιωάννη Παύλου Λάσκαρι. Οι ιππότες τού εμπιστεύτηκαν μιά θέση στα τείχη και με τα πολεμικά σχέδια του εχθρού γνωστά, κατάφεραν να αποκρούσουν τα στίφη του Σουλεϊμάν. Ακολούθησαν κι άλλες μάχες αλλά τα δύσκολα είχαν πλέον περάσει. Λίγο αργότερα οι Τούρκοι εγκατέλειπαν ντροπιασμένοι το νησί γιά να επιστρέψουν νύχτα στην Κωνσταντινούπολη προσπαθώντας, όσο γίνονταν, να περάσει απαρατήρητη η επιστροφή τους. Κάνω κλίκ στο Αποστολή και το μήνυμα φεύγει με προορισμό τον Ανιχνευτή. Μιά λέξη όλη κι όλη:
“Λάσκαρις.”
Είκοσι λεπτά αργότερα, κι ενώ έχω απογειωθεί στους ήχους της Ηρωικής του Μπετόβεν, η φωτεινή ένδειξη στην οθόνη με ειδοποιεί γιά την απάντηση:
“Μου άρεσε η ορθογραφία Σου πήρε όμως αλήθεια τρεις βδομάδες;”
Κλείνω τον υπολογιστή, σβήνω το τσιγάρο και πάω γιά ύπνο. Τι να του εξηγώ τώρα του ανθρώπου...

Παρασκευή 11 Φεβρ. 05

Σήμερα ένοιωσα όπως θα πρέπει να νοιώθουν τα ψάρια που έχω στα ενυδρεία. Απ` το πρωί χάζευα έξω απ` τη τζαμαρία τους πεζούς και τ` αυτοκίνητα που πέρναγαν χωρίς σταματημό. Βρέχει από χθες αδιάκοπα. Λίγο πριν φέξει το πήρα απόφαση ότι δεν επρόκειτο να κοιμηθώ, φόρεσα μιά αδιάβροχη φόρμα -ενθύμιο απ` τον καιρό που έτρεχα - και βγήκα στο δρόμο. Είκοσι ώρες ατσίγαρος ένοιωθα την έλειψη της νικοτίνης να κυριαρχεί στο είναι μου. Αυτή τη φορά θα το κόψω, ούτε συζήτηση, αλλά δεν θα είναι εύκολο. Και μαζί μ` αυτό θα περιορίσω και το πιοτό. Δεν είναι μόνο ότι φανερά με σκοτώνουν, αλλά είναι κι ότι τα πράγματα έχουν σφίξει πολύ από οικονομικής πλευράς. Τελευταία ήρθαν στιγμές που κλήθηκα να αποφασίσω, ούτε λίγο ούτε πολύ, αν θα καπνίσω ή θα φάω. Περπάτησα γιά ώρα δίπλα στη θάλασσα, με τον αέρα να κεντάει στα μούτρα μου βελονιές τις παγωμένες σταγόνες. Ο παφλασμός των κυμάτων πάνω σε τσιμέντα και βράχια με ξεκούφαινε, αλλά το καλοδεχόμουν μιά κι έτσι ένοιωθα να δραπετεύω απ` τούς θορύβους του δρόμου. Σιγά σιγά το υγρό σκοτάδι διαδέχτηκε ένα θολό ξεθωριασμένο φως που μου χειροτέρεψε τη διάθεση και μ` έσπρωξε να γυρίσω. Τότε μόνο κατάλαβα πόσο είχα απομακρυνθεί. Στο σκοτισμένο από βασανιστικές σκέψεις μυαλό μου λογαριασμοί και υποχρεώσεις μισοκρύβονταν απ` τους καπνούς ενός φανταστικού τσιγάρου. Αληθινά θα `θελα να ξαναγίνω παιδί γιά ένα και μόνο λόγο: να μπορέσω να κλάψω. Να βγάλω από πάνω μου λίγο από το βάρος που με πλάκωνε. Κάποια καμπάνα άρχισε να χτυπάει κρυμμένη πίσω από πολυκατοικίες και τα λόγια ενός μοναχού που είχα γνωρίσει κάποτε ήχησαν στ` αυτιά μου : “Να προσεύχεσαι στο Θεό να σε απαλλάξει απ` τα πάθη σου”. Ε λοιπόν, χρειαζόμουν βοήθεια- κι όχι μόνο γιά να κόψω το τσιγάρο- και δεν θα έβρισκα καλύτερο χρόνο και τόπο. Καβάλησα το προστατευτικό κιγκλίδωμα, πήδηξα πάνω στα βρεγμένα βράχια μισό μέτρο χαμηλότερα, κάρφωσα τα μάτια μου στη γκρίζα γραμμή του ορίζοντα, και με τους αφρούς να μουσκεύουν τα πόδια μου άρχισα να προσεύχομαι ψιθυριστά. Του `λεγα και Του `λεγα, κι εγώ δε ξέρω γιά πόση ώρα. Κι η αλήθεια είναι πως όταν ξαναγύρισα στο πεζοδρόμιο ένοιωθα καλύτερα. Ανοίγοντας το μαγαζί ήμουν παγωμένος και απίστευτα κουρασμένος. Η μέρα πέρασε με τρεις- τέσσερις χασομέρηδες να μπαίνουν, ίσα ίσα γιά να λερώσουν με λάσπες το πάτωμα. Χύμα σπόροι γιά πουλιά, μιά ποτίστρα γιά παπαγαλάκι και ερωτήσεις. Τζίρος ασήμαντος. Κλείνοντας ήμουν βέβαιος πως το βράδυ θα `ναι δύσκολο κι έτρεξα στον υπολογιστή μήπως και ξεχαστώ. Να `μαι λοιπόν, δίχως τσιγάρο και στεγνός (πως να πιείς χωρίς να καπνίσεις να διαβάζω στα Ταξίδια γιά εμπειρίες άλλων από τόπους που μάλλον δεν θα επισκεφθώ ποτέ. Ας είναι... Απ` το να βλέπω στην τηλεόραση χορτάτους να μιλάνε γιά προβλήματα νηστικών, χίλιες φορές καλύτερα. Όχι πως δεν την ανοίγω κι αυτήν... Την ανοίγω, αλλά όλο και σπανιότερα βρίσκω κάτι να μ` αρέσει, όπως ντοκυμανταίρ κι αθλητικά. Συνήθως πέφτω σε ταινίες με γυαλιστερά θηλυκά, βία και νερόβραστους έρωτες, ή βαρετά τηλεπαιχνίδια και θλιβερά ριάλιτι. Ατράνταχτες αποδείξεις του πόσο ρίζωσε η αμερικανιά στη ζωή μας. Είναι φορές που νομίζω ότι όλα τα κανάλια παίζουν την ίδια ταινία κι όλα τα ριάλιτι γελοιοποιούν τους ίδιους φουκαράδες. Τι μου `ρθε τώρα; Άκου να μιλάω εγώ γιά φουκαράδες...Αλλά πάλι, υπάρχει ένα όριο, ξεχωριστό γιά τον καθένα, στο που μπορεί να φτάσει η κατρακύλα του. Εγώ νοιώθω πως δεν έφτασα ακόμη στο δικό μου, όμως ποιός ξέρει; Ο Traveler το `θεσε σωστά την Τετάρτη. Σε μιά συζήτηση γιά ανεργία και άνισες ευκαιρίες, ο Ράμπο είχε αναρωτηθεί αν θα ήταν σωστό να παρακαλέσει τον βουλευτή του γιά κανέναν διορισμό απ` το παράθυρο.
“Και βέβαια να πας”, του είπε.
“Φαίνεται πως τελικά είσαι μόνο λόγια”, τον κάρφωσε ο Ζ81. “Εσύ δεν μας είχες ζαλίσει με φιλοσοφίες, ηθικές και τα ρέστα; Πως συμβιβάζονται αυτά με την συμβουλή που δίνεις στον Ράμπο;”
“Που βλέπεις το ασυμβίβαστο;” απάντησε ο Traveler.
“Δεν είπα ότι θα πήγαινα εγώ.”
“Δεν μας το εξηγείς κάπως καλύτερα μήπως και καταλάβουμε;” επέμεινε ο Ζ81.
“Εννοώ ότι γιά μένα δεν θα έμπαινε ποτέ τέτοιο θέμα, ούτε καν σαν ερώτηση. Ο Ράμπο όμως προφανώς δεν σκέφτεται όπως εγώ, αλλιώς δεν θα αναρωτιόταν. Κατά συνέπεια, εφ`όσον οι αρχές του το επιτρέπουν, ας πάει. Σε τελική ανάλυση αυτός αποφασίζει αν πουλιέται, και πόσο, η αξιοπρέπειά του.”
Τέλος πάντων, γιά τηλεόραση μιλούσα πάλι στον Traveler κατέληξα. Η αλήθεια είναι ότι συχνά πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτομαι πράγματα που είπε αυτός κι ο Ανιχνευτής. Που έχει εξαφανιστεί αλήθεια αυτός; Έχει να στείλει μήνυμα από την νύχτα που του έστειλα εκείνο το “Λάσκαρις”. Έχοντας εξαντλήσει τα μηνύματα στα Ταξίδια κάνω κλικ στο Φιλοσοφία . Έχω χάσει επεισόδια από την Τρίτη μέχρι σήμερα. Ο Βαγγέλης μαλώνει άγρια με τον Traveler γιά λόγους που μάλλον βρίσκονται θαμένοι σε μηνύματα της προηγούμενης βδομάδας. Διαβάζω χαμογελώντας τα μηνύματα που κλιμακώνουν την ένταση καθώς στην επιθετική αγένεια του Βαγγέλη ο Traveler απαντά με χιούμορ και αίσθημα ανωτερότητος. Η διαφορά στην ηλικία τους είναι φανερή, όπως και η διαφορά στο ήθος τους. Ο Βαγγέλης μοιάζει να έχει τα μισά χρόνια του συνομιλητή του, πτυχίο ΑΕΙ και τρόπους γιά σφαλιάρες . Φτάνω στα σημερινά μηνύματα κι αθελά μου το πρώτο χαμόγελο της μέρας -τι μέρας δηλαδή που νύχτωσε- αρχίζει να σχηματίζεται στο πρόσωπό μου.
“Η ορθογραφία σου αποκαλύπτει τη μόρφωσή σου”, γράφει ο Βαγγέλης καυτηριάζοντας κάποια ορθογραφικά λαθάκια του Traveler. “Θα ήταν λοιπόν φρονιμότερο να μη μας κάνεις τον έξυπνο με δανεικές σοφίες και να δεχτείς ότι υπάρχουν κι άλλοι εδώ μέσα που έχουν διαβάσει. Ίσως μάλιστα πολύ περισσότερο από σένα και με μυαλό που φτάνει μακρύτερα απ` το δικό σου.”
Το βλέμμα μου τρέχει στην απάντηση του Traveler κι ένα γελάκι ξεφεύγει απ` το στήθος μου. “Ένας γάϊδαρος φορτωμένος βιβλία, δεν παύει να`ναι γάϊδαρος.”
“Γειά σου ρε παππού, καλά τού τα`χωσες τού μπαγλαμά”, μονολογώ γελώντας μοναχός μου. Η γωνία της οθόνης, κάτω δεξιά, τραβάει σαν μαγνήτης την ματιά μου από ώρα. Έχει ήδη πάει 10.51΄. Μόλις που προλαβαίνω το περίπτερο ανοιχτό. Σηκώνομαι και φεύγω σφαίρα γιά τσιγάρα και μπύρες.

Δευτέρα 14 Φεβρ. 05

Γιορτή των ερωτευμένων σήμερα. Ωραία, μπράβο! Λες και τις άλλες μέρες κάθονται σε μιά γωνιά και κλαίνε τη μοίρα τους. Θυμάμαι όταν είχα ερωτευτεί την Μυρτώ στο Λύκειο ζούσα σαν μέσα σ` όνειρο. Τους τρεις μήνες που κράτησε το ειδύλλιο δεν θα θα πρέπει να υπήρχε πιό ευτυχισμένος άνθρωπος από την αφεντιά μου. Τι να κάνει άραγε τώρα η Μυρτώ; Όταν έφυγα την άφησα αρραβωνιασμένη με `κεινο το βλακόμουτρο τον Μπάμπη. Όχι κι ότι έφταιγε η κακομοίρα, έτσι που της φέρθηκα. Αλλά φαντάζομαι αυτά συμβαίνουν συχνά σε εκείνες τις ηλικίες. Ένα φιλί είναι αρκετό γιά να γραφτούν σε πέτρινες στήλες όρκοι αιώνιας αγάπης, και δυό σταυρωμένα πόδια μισοκρυμένα από ένα μίνι φτάνουν και περισσεύουν γιά να τις μετατρέψουν σε χαλίκι. Θα μπορέσει να με συγχωρέσει άραγε ποτέ;
“Κοίτα έναν βλαμμένο, ρε”, γελάει η γνώριμη φωνή στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. “Έχει θαφτεί ζωντανός ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους homo monachus, ζει με μοναδική συντροφιά πλάσματα φυλακισμένα σε κλουβιά, χρωστάει λεφτά στη μισή Ελλάδα, κι αυτός κάθεται και σκάει γιά το αν θα τον συγχωρέσει μιά φιλεναδίτσα που πιθανόν έχει ξεχάσει την ύπαρξή του από χρόνια.”
Κουνάω δυνατά το κεφάλι να διώξω τη φωνή που με ειρωνεύεται και βλαστημάω μέσα απ` τα δόντια μου. Μόλις περισσέψει κανένα ευρώ πρέπει να πάω σε γιατρό. Δεν μπορεί να `ναι φυσιολογικό να `χεις κάποιον να σε κράζει μές στο κεφάλι σου. Ένα λεπτό αργότερα πιάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να θυμηθεί τις λεπτομέρειες του προσώπου της. Η Μυρτώ! Και τι δεν θα `δινα να την είχα τώρα να μου χαμογελάει.
"Να σου χαμογελάει...Μωρέ, άλλα θα `θελες να σου κάνει, αλλά τέλος πάντων", ακούω πάλι την φωνή. Άϊ σιχτίρ επιτέλους! Δίνω μιά γερή στο κεφάλι μου και τραβάω γιά τον υπολογιστή. Το πιθανότερο είναι να μην υπάρχει ψυχή στις αίθουσες μηνυμάτων απόψε αλλά πάλι, ίσως βρεθούν και μερικοί που μη έχοντας έρωτα να γιορτάσουν κάτσουν να πούμε καμιά κουβέντα. Η τύχη φαίνεται είναι με το μέρος μου. Στο μήνυμα που στέλνω στα Διάφορα σχετικά με τις ενστάσεις μου γιά την γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου ο Ζ81 απαντά αμέσως: “Έτσι είναι φίλε. Κάποιοι μάγκες στήνουν φάμπρικες γιά να βάζουν το χέρι στη τσέπη μας. Πότε με γιορτές των ερωτευμένων, πότε με γιορτές της μητέρας, πότε του πατέρα και πότε της γιαγιάς και του παππού. Το ωραίο ξέρεις ποιό είναι; Κακοφάνηκε στους δικούς μας παπάδες το ότι εμφανίζονται ως προστάτες των ορθόδοξων Ελλήνων καθολικοί άγιοι και ανακάλυψαν δικούς μας αγίους προς αντικατάσταση λέει των εισαγομένων. Άκουσα γιά κάποιον δικό μας άγιο προστάτη των ερωτευμένων και γιά κάποιον προστάτη των ζώων που παλεύει να εκτοπίσει τον Άγιο Φραγκίσκο.”
“Ο δεύτερος είναι ο Άγιος Μόδεστος”, του απαντώ χαμογελώντας. “Γιά τον πρώτο δεν έχω ακούσει λέξη. Ίσως γιατί προς το παρόν δεν χρειάζομαι την προστασία του.”
Το στέλνω και στήνω άλλη μιά φορά το σκηνικό του αποψινού πάρτυ-γιά-έναν. Κλασσική μουσική απ` την Ελβετία, το τασάκι δίπλα στον υπολογιστή, η κρύα μπύρα να ισορροπεί πάνω στον Μάρκο Αυρήλιο απ` την άλλη μεριά της οθόνης , και το σάντουιτς που ξέχασα να φάω το μεσημέρι στο πιάτο που μισοεξέχει απ` το πλαστικό τραπεζάκι. Πίνω μιά γουλιά απ` την μπύρα και σκουπίζω την υγρασία που άφησε στον Μάρκο Αυρήλιο. Έχω τρέλα με τα βιβλία και τους παλιούς δίσκους. Τα αγαπώ και τα προσέχω σαν...ξέρω `γω σαν τι; Πάντως με πειράζει να βλέπω σημαδάκια και φθορές πάνω τους. Τον Μάρκο Αυρήλιο τον δανείστηκα απ` την Δημοτική βιβλιοθήκη επηρεασμένος απ` τα μηνύματα του Traveler και του Ανιχνευτή. Απ` τις λίγες σελίδες που πρόλαβα να διαβάσω μοιάζει κάπως με ημερολόγιο και δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του. “Στον εαυτό” του τα γράφει ο άνθρωπος, αλλά γιά να διαβάζονται χίλια οχτακόσια τόσα χρόνια αργότερα, μάλλον αφορούν και πολλούς άλλους. Η οθόνη με ειδοποιεί γιά νέο μήνυμα. Μιά λέξη όλη κι όλη. Πίκρα, ειρωνεία, και έκφραση συμπάθειας ταυτόχρονα:
“Μαγκούφης;”
“Ε, γιά να βαράω το πληκτρολόγιο τέτοια μέρα...”, απαντώ χωρίς σκέψη. Έχω ήδη μετανιώσει την στιγμή που κάνω κλικ στο Αποστολή αλλά είναι αργά. Η κοινοποίηση της μιζέριας μου ταξιδεύει ήδη με ασύλληπτη ταχύτητα στο τηλεφωνικό καλώδιο.
“Μη μασάς, από μιά άποψη καλύτερα έτσι”, μου γράφει σε πέντε λεπτά.
“Κι εγώ χωρίς γκόμενα είμαι εδώ και τρεις βδομάδες, αλλά μπορώ να σου πω πως το γουστάρω κιόλας μετά τις φάσεις που πέρασα μαζί της. Που πάω και τις βρίσκω τις τρελές ο μ*&#!^ς.”
Τι να του πεις τώρα; Είναι μόνος του τρεις βδομάδες και νομίζει πως κάτι τρέχει... Καλά που δεν μας είπε ότι είναι και ασκητής. Σκέφτομαι τι να του γράψω καθώς ξαναδιαβάζω τα λόγια του. Τι υποκρισία κι αυτή με τους κανονισμούς στις αίθουσες μηνυμάτων! Απαγορεύεται υποτίθεται να γράφονται βρισιές κι έτσι οι χρήστες αντί να γράφουν την λέξη γράφουν το πρώτο και το τελευταίο γράμμα, παρεμβάλλοντας τυχαία σύμβολα. Όλοι καταλαβαίνουν πως μ*&#!^ς σημαίνει μαλάκας, αλλά η αξιοπρέπεια της ιστοσελίδας λάμπει άσπιλη.
“Τι προτείνεις;” με είχε ρωτήσει σχετικά, κάποιος Basketballman πριν ένα χρόνο.
“Να προσπαθήσουμε να κάνουμε σωστή χρήση των λέξεων”, είχα απαντήσει. “Να σταματήσουμε να φτωχαίνουμε τη γλώσσα, και κατ` επέκταση το μυαλό μας. Λες μ*&%^@ς και ξεμπερδεύεις, αντί να πεις γιά παράδειγμα δυσάρεστος, ανόητος, κακοήθης ή παλιοχαρακτήρας. Καταλήγεις δηλαδή τελικά να εννοείς χίλια δυό άλλα πράγματα εκτός απ` αυτό που στ` αλήθεια σημαίνει η λέξη. Και να ήταν μόνο αυτό; Η ζημιά που γίνεται είναι πολυεπίπεδη και κατακλυσμιαία. Κοίτα γιά παράδειγμα τι γίνεται στις αίθουσες συζητήσεων. Διαβάζουμε καθημερινά μηνύματα στα οποία παρεμβάλλονται ξένες λέξεις, γραμμένες κατά κανόνα στα αγγλικά. Γιατί; Από ανάγκη των γραφόντων να επιδείξουν τη γλωσσομάθειά τους ή από αδυναμία τους να εκφράσουν αυτό που θέλουν στην μητρική τους; Ή μήπως όπως κάποτε ταυτίζονταν με τον Μπόγκαρτ κρεμώντας ένα τσιγάρο στα χείλη, σήμερα κατά τι περισσότερο μορφωμένοι -τρομάρα τους- κάνουν το ίδιο παπαγαλίζοντας την γλώσσα Χολλυγουντιανών προτύπων; Και αν υποθέσουμε ακόμη ότι μιά ξένη λέξη δεν έχει την ακριβή της αντιστοιχία στα ελληνικά γιατί να μην την γράψουμε με ελληνικούς χαρακτήρες; Γιατί timing κι όχι τάϊμινγκ, γιατί Interner κι όχι Ίντερνετ; Η ελληνική γλώσσα είναι γεμάτη από ξένες λέξεις τις οποίες μέχρι σήμερα κατάφερνε να αφομοιώνει. Είδες πουθενά γραμμένο τον μπακλαβά στα τούρκικα; Είδες σε κανένα τιμοκατάλογο το παστίτσιο στα ιταλικά; Διάβασες πουθενά τη λέξη παρέα στα ισπανικά; Τι μας έχει πιάσει τελευταία και γράφουμε γιά cool τύπους και trendy μούρες;”
Ήταν η τελευταία φορά που δημοσίευσα παρόμοιους προβληματισμούς σε διαδυκτιακή συζήτηση. Ο Basketballman δεν μασούσε τα λόγια του κι ήταν ξεκάθαρος σαν γάργαρο νεράκι :
“Αγαπητέ Petman, δεν ξέρω τι μας έχει πιάσει εμάς τους υπολοίπους αλλά, κρίνοντας από την ασυνέπεια ανάμεσα στο ψευδώνυμο και τα γραφόμενά σου, εσένα σε έχει πιάσει η μ#!&^*α σου.”
Τι να `λεγα; Όταν κάποιος έχει δίκιο, έχει δίκιο. Δεν είχα καταλάβει πόσο είχε επηρεαστεί και το δικό μου μυαλό από τον καθημερινό βομβαρδισμό υπερατλαντικής κουλτούρας. Συνειδητοποίησα πως οι ποσότητες είναι τέτοιες που ίσως κάνουν αδύνατη την αφομοίωση και αναπότρεπτη την αχώνευτη κατανάλωσή της. Όμως πάλι, να πάρει και να σηκώσει, δεν μου πήγαινε να δεχθώ ότι νικήθηκα χωρίς καν να το πάρω χαμπάρι. Ήταν τότε λοιπόν που- νοιώθοντας κομματάκι γελοίος είναι αλήθεια- μπήκα στην Επεξεργασία στοιχείων χρήστη και άλλαξα το ψευδώνυμό μου από Petman, σε Πέτμαν. Ρίχνω μιά ματιά στην οθόνη. Επάνω αριστερά, στο Χρήστες συνδεδεμένοι, βλέπω μόνο το δικό μου όνομα. Ο Ζ81 βαρέθηκε κι έφυγε. Καλή του ώρα. Ανάβω τσιγάρο, κατεβάζω μιά γερή γουλιά απ` το μπουκάλι και δυναμώνω την ένταση στην τηλεόραση. Δεν ξέρω ποιό είναι το όνομα του κομματιού που ακούγεται, αλλά ο Μότσαρτ πρέπει να `χε τρελά κέφια όταν το `γραφε. Το ρολόϊ μου πεταμένο πάνω στο βιβλίο του Μάρκου Αυρήλιου δείχνει 9.43΄.
“Βάστα γερά κολλητέ. Η νύχτα είναι ακόμα στην αρχή της...”, ακούω τη φωνή μέσα μου κι είναι απ` τις λίγες φορές που διακρίνω συμπάθεια αντί του συνηθισμένου σαρκασμού. Απλώνω το χέρι και παίρνω το βιβλίο που έχει γιά σελιδοδείκτη ένα τσιγάρο. Το τσιγάρο πατημένο, αλλά φαίνεται να κάνει ακόμη τη δουλειά του. Τ` ανάβω με την γόπα που ήδη καπνίζω και αρχίζω να διαβάζω ανόρεχτα. Ας ελπίσουμε ότι ο Μορφέας θα με θυμηθεί πριν λαλήσουν τα κοκόρια.

Πέμπτη 17 Φεβρ. 05

Τρακόσια ευρώ ζημιά γιά καλημέρα. Τα `κονομήσαμε γιά τα καλά! Το τσιουάουα που είχα στη βιτρίνα πέθανε με διάρροιες και εμετούς μέσα σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο. Και να φανταστεί κανείς πως το είχα θεωρήσει μεγάλη ευκαιρία όταν το αγόρασα από την γριά που είχε τη μάνα του.
“Ένα οχτακοσάρι θα το πάρω, ο κόσμος να χαλάσει”, είχα σκεφτεί.
Μόνο γιά τέτοια είμαστε τώρα. Ήταν που ήταν το κλήμα στραβό, το `φαγε κι ο γαϊδαρος, που θα`λεγε κι η συγχωρεμένη η γιαγιά μου. Ο Γιώργος το πάλεψε, δεν μπορώ να πω. Έκατσε από πάνω του με ορούς, αντιβιοτικά, αντιεμετικά και τα ρέστα, μέχρι τα μεσάνυχτα. Αλλά όπως είπε κι ο ίδιος ήταν πολύ μικρό κι αδύναμο γιά να αντέξει. Οξεία γαστρεντερίτιδα η διάγνωση. Εμένα μου λες; Υπερ-οξεία γκαντεμίτιδα λέω εγώ. Τέλος πάντων, ας είναι καλά το παλικάρι, μάλλον κατάλαβε τα ζόρια μου και αρνήθηκε να πληρωθεί. Με το στανιό τού έβαλα ένα δεκάρικο στη τσέπη γιά τα φάρμακα. Η μέρα κύλησε με κόσμο να μπαινοβγαίνει και την ταμειακή μηχανή να τραγουδάει ευτυχισμένη. Πάλι καλά. Κλείνοντας έπιασα να καθαρίσω το κλουβί του τσιουάουα, κατά πώς με είχε συμβουλέψει ο Γιώργος. Μου πήρε σχεδόν μιά ώρα αλλά όταν τέλειωσα λαμποκοπούσε και μύριζε απολυμαντικό. Δηλαδή τι μύριζε...βροκοπούσε γιά την ακρίβεια. Το κατέβασα στο υπόγειο να ξεμυρίσει καναδυό μέρες και ανέβηκα γιά ένα γρήγορο μπάνιο και φαί. Μ` αυτά και με τ` άλλα όταν κάθισα στον υπολογιστή κόντευαν μεσάνυχτα. Χρήστες συνδεδεμένοι : ο εξής ένας, ο Πέτμαν. Μηνύματα όμως αρκετά από την τελευταία φορά που μπήκα. Βαρετά έως αδιάφορα τα περισσότερα, εκτός από μερικά στα οποία Traveler και Ανιχνευτής διαφωνούν σχετικά με κάποιες Στωικές θέσεις. Ο πρώτος κάνει αναφορές σε ρήσεις κάποιου Κλεάνθη, καθώς και κάποιου Ποσειδώνιου και κάποιου Ζήνωνα. Ο Ανιχνευτής πάλι σχολιάζει και απαντά με αποσπάσματα από Σενέκα, Επίκτητο και...Μάρκο Αυρήλιο. Εδώ είμαστε, σκέφτομαι και βουτάω το βιβλίο που μισοδιαβασμένο με περιμένει από χτες δίπλα στην οθόνη. Βιαστικά, και με κάποια ίχνη χαιρεκακίας, αρχίζω να ψάχνω βρίσκοντας τα σημεία που ανέφερε ο Ανιχνευτής γιά να τα αντιπαραβάλλω. Μου παίρνει λίγα μόνο λεπτά γιά να παραδεχτώ ότι ο τύπος είναι καλά μελετημένος. Χρησιμοποιεί διαφορετική φρασεολογία απ` αυτή του βιβλίου αλλά αποδίδει τα νοήματα αλάνθαστα και με τρόπο κάποιες φορές περισσότερο κατανοητό. Η αλήθεια είναι ο Αυρήλιος δεν με είχε ενθουσιάσει, αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι ίσως έφταιγε ο τρόπος που μεταφράστηκαν τα λόγια του. Κάποια πράγματα που διάβασα χθες γιά το θεϊκό σχέδιο -την θεία Πρόνοια δηλαδή- και μου είχαν φανεί ασυναρτησίες, αρχίζουν τώρα να ξεκαθαρίζουν μέσα από τα κείμενα του Ανιχνευτή. Από τα λίγα που έχω καταλάβει μέχρι στιγμής, Ζήνωνες, Επίκτητοι, Αυρήλιοι και λοιποί λένε τα ίδια με μικροδιαφορές. Ότι δηλαδή ο Θεός -Νου τον λένε αυτοί - υπάρχει παντού, άρα και μέσα μας, ότι τα πάντα είναι προκαθορισμένα από τον Νου βάσει ενός σχεδίου που τελικό σκοπό έχει την επίτευξη του καλού, ότι ακόμη κι αν κάποιος βρεθεί μπροστά σε φριχτές δυσκολίες θα πρέπει να τις αντιμετωπίσει με θάρρος, σαν στρατιώτης σε μάχη, κι ότι η κατάκτηση της ευτυχίας από έναν άνθρωπο δεν εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά από τον εαυτό του και μόνο. Και άντε, μέχρι εδώ καλά. Αλλά εκείνο που δεν χωράει ο νους μου είναι ο ισχυρισμός τους ότι ο άνθρωπος κατακτώντας την σοφία -που όπως την εννοούν αυτοί ταυτίζεται με την πνευματική ευτυχία και ηρεμία- γίνεται ένας μικρός επίγειος θεός. Ξαναδιαβάζω τα λόγια του Σενέκα όπως τα παραθέτει ο Ανιχνευτής. Ο σοφός άνθρωπος έχει την ίδια σχέση με τον Θεό που έχει ένας μικρός κύκλος με ένα μεγάλο. Διαφέρουν ασφαλώς κατά το μέγεθος αλλά έχουν τις τις ίδιες ακριβώς ιδιότητες. Δημιουργώ ένα νέο έγγραφο στην επιφάνεια εργασίας και αντιγράφω εκεί μέσα ολόκληρη την σελίδα με τα κείμενα των Traveler και Ανιχνευτή. Βγαίνω από το Ίντερνετ και αρχίζω να μελετάω προσεκτικά, γιά δεύτερη φορά, τον διάλογό τους. Οι συλλογισμοί που παραθέτουν φαίνονται λογικοί και συγκροτημένοι αλλά διακρίνω μιά τρύπα- τι τρύπα δηλαδή, τρυπάρα, πηγάδι ολόκληρο- και σημειώνω στο μυαλό μου να ρωτήσω στο επόμενο μήνυμα που θα στείλω. Φαίνεται πως το φιλαράκι που συντροφεύει τις τελευταίες αϋπνίες μου, ο Αυρήλιος, όπως και όλοι οι προαναφερθέντες μακαρίτες, πίστευαν ακράδαντα στην ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης. Ναι, αλλά τότε που κολλάει το θεϊκό σχέδιο; Δεκαπέντε λεπτά αργότερα νοιώθω ζαλισμένος και μπερδεμένος. Κλείνω τον υπολογιστή και κοιτάζω το ρολόϊ μου. Είναι πολύ αργά γιά βόλτα, το κρύο έξω φονικό, κι η καμαρούλα με πνίγει. Ρίχνω στην πλάτη το μπουφάν, χουφτώνω κλειδιά και τσιγάρα και τραβάω γιά την παραλιακή.

Δευτέρα 21 Φεβρ. 05

Παγωνιά. Κάθομαι πίσω απ` την ταμειακή και παρατηρώ τον κόσμο που βαδίζει στο πεζοδρόμιο. Σφιγμένοι μες` στα μπουφάν και τα πανωφόρια τους βαδίζουν με προσοχή στο μισολειωμένο χιόνι που σκεπάζει τις πλάκες. Σε μέρες πιό ζεστές κάποιοι θα σκάλωναν στη βιτρίνα. Το βλέμμα τους θα ΄μενε γιά λίγο με θαυμασμό πάνω στα παραδεισένια χρώματα του πτερώματος της ροζέλας, θα φώτιζε ίσως μιά σταλίτσα με τα τσαχπίνικα μάτια του γαλλικού μπουλντόγκ, θα γλύστραγε βιαστικά στα καναρίνια και τα κοκατίλ κι ακόμη, αν δεν βιάζονταν να πάνε κάπου, μπορεί να έπεφτε στα ενυδρεία που πιό μέσα, κρυμμένα απ` τον ήλιο, φιλοξενούσαν ψάρια του γλυκού και αλμυρού νερού. Σήμερα όμως, κανείς δεν έχει όρεξη γιά χάζι. Εκτός από μένα και τα ζωντανά βέβαια, που δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Λοιπόν σήμερα σκέφτηκα γιά πρώτη φορά, πόσο αστείοι θα πρέπει να μοιάζουν οι άνθρωποι στα ζώα που τους παρατηρούν. Περπατούν και μιλούν μονάχοι τους χειρονομώντας, χαμογελώντας και θυμώνοντας με ένα καλώδιο να κρέμεται απ` το αυτί τους. Θέαμα γιά φωτογραφία μα την αλήθεια. Την πρώτη φορά που το αντίκρυσα, δεν άντεξα κι έβαλα τα γέλια. Ο κύριος με το κουστούμι και το χαρτοφύλακα, θυμάμαι είχε γυρίσει και μου είχε ρίξει ένα βλέμμα σκέτο φαρμάκι. Γιά μιά στιγμή ντράπηκα γιατί νόμισα ότι πήρε χαμπάρι πως γελούσα σε βάρος του. Μου πήρε μόνο λίγα δευτερολέπτα να καταλάβω ότι απλώς είχε ενοχληθεί επειδή δεν τον άφηνα να συνεχίσει την κουβέντα του κατά πως ήθελε. Και το γέλιο έγινε χαχανητό. Αναγκάστηκα να το βάλω στα πόδια με τα μάτια μου να στάζουν δάκρυα απ` τα γέλια, γιατί ο κόσμος είχε αρχίσει να με κοιτάει σαν τρελό. Να κοιτάει εμένα σαν τρελό! Όχι τον άλλο που στολίστηκε με τα καλά του, λούστηκε με τα πατσουλιά που τρίβουν πάνω τους μερικοί, φορτώθηκε τον ακριβούτσικο χαρτοφύλακα και βγήκε έξω καλωδιωμένος να μιλάει μόνος μπροστά στο φανάρι. Εντάξει, τώρα συνήθισα δεν γελάω. Ίσως παρασυνήθισα δηλαδή γιατί τώρα πιά μου φαίνεται θλιβερό. Από την άλλη μεριά δεν ξέρω τι θα έκανα εγώ αν χτυπούσε το κινητό μου στο δρόμο. Κάτι που προς το παρόν δεν βλέπω να γίνεται αφού τα τηλεφωνήματα που δέχομαι είναι ελάχιστα έτσι κι αλλιώς. Άτιμο πράγμα η παρατεταμένη σιωπή. Είναι φορές, ακόμα και σήμερα, που παρακαλάω να χτυπήσει το ρημάδι το τηλέφωνο κι ας είναι και γιά χρέη που καθυστέρησα να πληρώσω. Οτιδήποτε, φτάνει να πάψει αυτή η μουγκαμάρα εδώ μέσα. Κάποτε, όταν πρωτοάνοιξα το μαγαζί, έπιασα τον εαυτό μου να στέκεται από πάνω του περιμένοντας, ελπίζοντας σε κάτι, έστω και φάρσα, έστω και λάθος κλήση. Μετά ευτυχώς αγόρασα τον υπολογιστή - ελέω κάρτας, σε έξι άτοκες δόσεις- κι ανακάλυψα τις Διαδικτυακές συζητήσεις. Το τηλέφωνο έπαψε να αποτελεί σανίδα σωτήριας στις σιωπηλές νύχτες μου- έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν υπήρξε- κι ο ήχος των δακτύλων που τρέχουν στο πληκτρολόγιο αντικατέστησε τη μιλιά μου. Καμιά φορά γελάω μόνος μου έτσι όπως βλέπω τον εαυτό μου στο μεγάλο καθρέφτη να μοιάζει με πιανίστα που έχει γιά παρτιτούρα την οθόνη. Κονσέρτο κακοφωνίας σε Φα δίεση ελάσσονα, γιά πληκτρολόγιο. Χα! Είναι καμιά ώρα τώρα που έξω σκοτείνιασε. Το μαγαζί είναι κλειστό τυπικά -Δευτέρα απόγευμα- αλλά έχω αφήσει την πόρτα ξεκλείδωτη και τα φώτα αναμμένα, μιά και ποτέ δεν ξέρεις πότε θα του καπνίσει του άλλου να μπει να ψωνίσει. Έξω άκουσα υπάρχουν μαγαζιά σαν το δικό μου που δουλεύουν σε εικοσιτετράωρη βάση. Ας ευχηθούμε να μην έρθουν κατά `δω τέτοιες συνήθειες γιατί τότε είναι που θα μας πάρει και θα μας σηκώσει. Ο υπολογιστής είναι ανοιχτός απ` το πρωί αλλά χωρίς κάποιο μήνυμα που θα έσπαζε κάπως την πλήξη μου. Εχθές έγραψα παρεμβαίνοντας στην συζήτηση μεταξύ Traveler και Ανιχνευτή :
“Αν υπάρχει θεϊκό σχέδιο γιά τα πάντα, τότε αυτό θα πρέπει να προκαθορίζει και τις πράξεις του καθενός από εμάς. Αλλά αν, όπως λένε οι Στωικοί, ο Θεός έχει προκαθορίσει τις πράξεις μας, τότε πως είναι δυνατόν να μιλάνε ταυτόχρονα και γιά ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης;”
Ωπ! Να και κάποιος που σκάλωσε τελικά στην βιτρίνα. Ανοίγει την πόρτα και εγώ πετιέμαι χαμογελαστός και πρόθυμος να εξυπηρετήσω. Ένα τεταρτάκι αργότερα ξανακάθομαι πίσω απ` την ταμειακή πλουσιότερος κατά εικοσιπέντε ευρώ. Καθαρό κέρδος τα πέντε. Καλά είναι κι αυτά. Μάζευε κι ας ειν` και ρώγες. Αποφασίζω να ρίξω μιά ματιά στον υπολογιστή μήπως και ήρθε κάτι ενδιαφέρον και ανακαλύπτω πως με διαφορά επτά λεπτών ο Traveler και ο Ανιχνευτής μού έστειλαν τις απαντήσεις τους.
“Το ασυμβίβαστο που αναφέρεις απασχολεί αιώνες τώρα τους μελετητές”, μου γράφει ο Traveler.
“Και μάλιστα όχι μόνον σε ότι αφορά τον Στωικισμό αλλά και τον Χριστιανισμό , που υποστηρίζει εν προκειμένω τις ίδιες ακριβώς θέσεις. Η απάντηση που δίνεται, είναι ότι η ανθρώπινη ικανότητα αντίληψης δεν αρκεί γιά να κατανοήσει τον τρόπο που μπορούν να συνδυάζονται αυτά τα δυό. Προσωπικά, αν και έχω μελετήσει αρκετά τα Στωικά κείμενα δεν μπορώ να σου δώσω μιά απάντηση που θα σε ικανοποιούσε, εκτός ίσως από μιά ρήση του Κλεάνθη, δεύτερου αρχηγού της Στοάς μετά τον θάνατο του Ζήνωνα, που έλεγε ότι τα παράδοξα δεν είναι κατ` ανάγκη και παράλογα.”
“Κολοκύθια με τη ρίγανη”, μουρμουρίζω βγάζοντας ψηλαφιστά ένα τσιγάρο απ` το πακέτο χωρίς να πάρω τα μάτια μου απ` την οθόνη. “Η ανθρώπινη αντίληψη δεν αρκεί γιά να κατανοήσει... Eμένα μου λες; Ή είμαστε ελεύθεροι ή δεν είμαστε. Τέλος πάντων...”
Βρίσκω το μήνυμα του Ανιχνευτή περισσότερο του γούστου μου:
“Αν θέλεις να βρεις αμφισβητούμενα σημεία στη Στωική σκέψη ψάξε στον Πλούταρχο: Ηθικά 27 Περί Στωικών εναντιωμάτων και στο, Ότι παραδοξότερα οι Στωικοί των ποιητών λέγουσιν. Θα έχεις όμως μεγαλύτερο κέρδος, αν επικεντρωθείς στην ουσία του Στωικισμού παραβλέποντας τα όποια, λιγοστά ούτως ή άλλως, προαναφερθέντα σημεία. Εν πάσει περιπτώσει, νομίζω, η ερώτηση :είμαστε ελεύθεροι ή δεν είμαστε; είναι λάθος διατυπωμένη. Η σωστή ερώτηση είναι : πόσο ελεύθεροι είμαστε; Γεννήθηκες άνθρωπος γένους αρσενικού σε μία συγκεκριμένη γωνιά του πλανήτη Γη. Μεγάλωσες μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον με μια συγκεκριμένη παιδεία. Δεν νομίζεις ότι όλα αυτά καθορίζουν την ζωή σου; Σου αφήνουν βέβαια επιλογές, κάποια ελευθερία- αν προτιμάς- αλλά η κατάσταση μοιάζει με τις επιλογές που έχεις να κινήσεις τον δεξιό σου αντίχειρα. Μπορείς φυσικά να τον κινήσεις δεξιά, αριστερά, ή μπροστά και πίσω, αλλά πάντα μέσα στα όρια που η Φύση καθόρισε. Δεν μπορείς να τον κινήσεις “παρά φύσει”. Εννοώ ότι η ελευθερία σου να κινείς το δάχτυλό σου υπάρχει μεν αλλά περιορίζεται από το θεϊκό σχέδιο, όπως θα έλεγαν οι Στωικοί, ή από τους φυσικούς νόμους με τους οποίους εξωτερικεύεται και εκφράζεται ο Θεός, όπως έλεγε ο Σπινόζα που συμφωνούσε μαζί τους. ”
Ποιος είναι πάλι αυτός ο Σπινόζα; Τέλος πάντων…Ώστε λοιπόν υπάρχουν αμφισβητούμενα σημεία, και μάλιστα αρκετά γιά να σκύψει από πάνω τους ολόκληρος Πλούταρχος! Δεν ήξερα ότι είχε γράψει τέτοια βιβλία. Ίσως θα έπρεπε να κοιτάξω γι αυτά στη Βιβλιοθήκη την επόμενη φορά. Το σκέφτομαι λιγάκι και με πιάνουν τα γέλια.
“Ανάποδα ξεκινάς παλικάρι μου”, μονολογώ. “Πρώτα διάβασε τι έχουν να πουν και μετά τι έγραψαν οι αντίπαλοί τους.”
Ρίχνω μιά ματιά στο ρολόϊ μου. Προλαβαίνω άνετα την Βιβλιοθήκη ανοιχτή. Σημειώνω σε ένα κομμάτι χαρτί τα ονόματα των Στωικών που αναφέρθηκαν πιό πάνω και σβήνω τα φώτα, αφήνοντας μόνο ένα κοντά στη τζαμαρία. Την ώρα που κλειδώνω πίσω μου την πόρτα καταλαβαίνω γιατί έβλεπα τον κόσμο να βαδίζει έτσι σφιγμένος. Ο παγωμένος αέρας είναι βασανιστήριο γιά τα αυτιά και την μύτη. Κατεβάζω το σκούφο χαμηλά, κουμπώνω το παλιό στρατιωτικό τζάκετ και αρχίζω να βαδίζω γρήγορα γιά να ζεσταθώ.

Σαββάτο 26 Φεβρ. 05

Είναι αργά το βράδυ και μόλις τελείωσα το διάβασμα των Απάντων του Επίκτητου. Ούτε κατάλαβα πως πέρασε τούτη η βδομάδα έτσι που βούτηξα με το κεφάλι μέσα στους πέντε τόμους. Έχω την εντύπωση πως ο Ανιχνευτής και ο Traveler, τις επιρροές των οποίων διέκρινα ξεκάθαρα στα βιβλία που διάβασα, μου άνοιξαν ένα παράθυρο κάπου ψηλά. Ένα παράθυρο απ` το οποίο φαίνονται διαφορετικά όλα όσα συμβαίνουν γύρω μου. Χθές τηλεφώνησα στη Βιβλιοθήκη και ζήτησα να μου κρατήσουν ότι υπάρχει εκεί από Σενέκα. Απ` όσο μπόρεσα να καταλάβω, σ` αυτούς τους τρεις εξαντλείται -σχεδόν- όλη η βιβλιογραφία της Σχολής που σώζεται στις μέρες μας. Κλείνω το βιβλίο κουρασμένος αλλά μ` ένα περίεργο συναίσθημα ικανοποίησης. Άξιζε τον κόπο και τον χρόνο.
Σηκώνομαι, ετοιμάζω μιά ομελέτα στα γρήγορα, ανοίγω την πρώτη μπύρα της νύχτας και κάθομαι στον υπολογιστή γιά κουβεντούλα. Στα Ταξίδια η Nychta συζητάει από χθες με κάποιον Active γιά τη Νοτιανατολική Ασία. Φαίνονται πολυταξιδεμένοι και μιλάνε γιά Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες και Ινδονησία με άνεση, αστειάκια και χωρίς μεγαλοστομίες λες και μιλάνε γιά ένα όμορφο κοντινό χωριό.
“Ωραία ακούγονται όσα περιγράφετε, αλλά φαντάζομαι ότι θα πρέπει να είναι κανείς φορτωμένος τάλιρα γιά να κατέβει εκεί κάτω”, παίρνω μέρος στην κουβέντα τους.
“Όχι ιδιαίτερα”, μου απαντά σε λίγα λεπτά o Active. “Αν μάλιστα δεν ψάχνεις πολυτέλειες ίσως σου βγει φθηνότερα από ένα δεκαήμερο στη Μύκονο ή τη Σαντορίνη.”
“Τι μου λες;” γράφω έκπληκτος. “Καλά και με τα αεροπορικά εισιτήρια τι γίνεται;” “Στοιχίζουν αρκετά βέβαια, αλλά από τη στιγμή που θα φτάσεις εκεί μπορείς να τη βγάλεις πολύ φθηνά”, παρεμβαίνει η Νychta. Το σκέφτομαι λιγάκι και δε μου φαίνεται παράλογο. “Ποιό μέρος σας άρεσε περισσότερο;” ρωτάω. Απαντούν σχεδόν ταυτόχρονα. Η Nychta ξετρελάθηκε με την Κιούτα και ο Active με το Κέμπου . Το πρόβλημα είναι ότι πρώτη φορά ακούω γι αυτά, αν και συχνά χαζεύω τον μεγάλο παγκόσμιο χάρτη που κρέμεται στο δωμάτιό μου. Συνήθεια παιδική που με συντροφεύει ακόμα, να ονειρεύομαι ταξίδια χαράζοντας με το δάχτυλο γραμμές στο χάρτη.
“Κατά που πέφτουν αυτά; Σε ποιά χώρα ανήκουν;” ρωτάω.
Η μπύρα κι η ομελέττα έχουν εξαφανιστεί από μπροστά μου. Σηκώνομαι ισορροπώντας τον δίσκο με τα πιατικά στο ένα χέρι και το μπουκάλι στο άλλο και κάνω τα τέσσερα βήματα που με χωρίζουν απ` το νεροχύτη. Μέχρι να πλύνω πιάτα και πηρούνια ο Active έχει ήδη απαντήσει. Ξανακάθομαι μπροστά στην οθόνη με την δεύτερη μπύρα στο χέρι. “Η Κιούτα είναι μία κοσμοπολίτικη παραλία στο Μπαλί της Ινδονησίας και το Κέμπου ανήκει στις Φιλιππίνες. Καμιά σχέση μεταξύ τους εκτός ίσως απ` το ότι υπάρχει κάποιο ομιχλώδες ελληνικό ενδιαφέρον σχετικά με την Ιστορία τους.” Ασυναίσθητα σκύβω μπροστά εμβρόντητος. Τι ελληνικό ενδιαφέρον και πράσινα άλογα... Στις Φιλιππίνες και την Ινδονησία; Δεν πάει καλά ο τύπος! Αλλά πάλι, δεν μοιάζει με κάτι ανισόρροπους που γράφουν ό,τι τους κατέβει... Κατεβάζω μιά μεγάλη γουλιά και στέλνω ένα μεγαλόπρεπο ερωτηματικό δίχως κάποιου είδους άλλου σχόλιο. Ανάβω τσιγάρο και αρχίζω να σκαλίζω στο μυαλό μου, μήπως ξεθάψω κάτι που θα δικαιολογούσε τους ισχυρισμούς του. Κάτι σαν να `χω ακούσει πριν χρόνια, αλλά μου είναι αδύνατο να θυμηθώ. Η μπύρα έχει τελειώσει όταν αποφασίζω να παραιτηθώ. Σηκώνομαι γιά την επόμενη και ξανακάθομαι αμέσως. Ο Active μου έχει στείλει ένα πλατύ χαμόγελο . Από κάτω μου εξηγεί ότι στο Μπαλί έζησε ένας Έλληνας φύλαρχος με πολλές γυναίκες κι ακόμα περισσότερα παιδιά. Ήταν απ` την Κεφαλονιά, γράφει, κι ο Καββαδίας που τον γνώρισε στα μέσα του περασμένου αιώνα του αφιέρωσε μερικές αράδες στη Βάρδια. Μα βέβαια! Χτυπάω το μέτωπό μου θυμωμένος. Είχα δει ένα ντοκυμανταίρ παλιά. Έλεγε μάλιστα γιά κάποιον θησαυρό που ο Κεφαλονίτης φύλαρχος έκρυψε πριν πεθάνει. Έλεγε κι άλλα, μακάβρια...Γιά σύφιλη που κόλλησε στις γυναίκες του και πέρασε στα παιδιά του με συνέπεια να χαθούν όλοι. Και γιά τον εναπομείναντα θρύλο του θησαυρού που ακόμα μαγεύει τουρίστες και ντόπιους. Α, ναι! Και γιά κάποιους χάρτες του θησαυρού, που σχεδιάστηκαν μόνο και μόνο γιά να ξαλαφρώσουν τους αφελείς από μερικές εκατοντάδες ευρώ! Διαβάζω βιαστικά και το υπόλοιπο μήνυμα ψάχνοντας και γιά άλλες μαρτυρίες θησαυρών. Από τη μέρα που διάβασα την Νήσο των θησαυρών, παιδί του δημοτικού ακόμη, με ξετρελαίνουν τέτοιες ιστορίες. Δυστυχώς το υπόλοιπο μήνυμα δεν έχει να κάνει με θαμένους θησαυρούς, αλλά με μάχες. Κατά τον Active, πολύ κοντά στο Κέμπου σκοτώθηκε ο Μαγγελάνος στην διάρκεια μιάς συμπλοκής ανάμεσα σε χίλιους πεντακόσιους ντόπιους και σαρανταεννέα άντρες του πληρώματός του. Εκεί λοιπόν στο Ματάν, όπως φαίνεται να το έλεγαν τότε, πολέμησε ως μέλος του πληρώματος και ένας ναυτικός με καταγωγή απ` τη Ελλάδα.
“...Ίσως και δύο αν δεχθούμε ότι και κάποιος άλλος που λέγονταν Ζόαν Γριέγο, ήταν όντως Έλληνικής καταγωγής. Δεν μπορεί να ονομάζεται αναίτια κάποιος, Γιάννης ο Έλληνας”, τελειώνει το μήνυμα.
“Μένω κατάπληκτος”, του γράφω με κάθε ειλικρίνεια. “Είχα ακούσει κάτι γιά το Μπαλί, αλλά τίποτε γιά το Κέμπου ή Ματάν.”
“Θα τα βρεις στο σχετικό βιβλίο του Αντόνιο Πιγκαφέτα, ο οποίος συνόδεψε τον Μαγγελάνο”, σχολιάζει δεκαπέντε λεπτά αργότερα η Nychta. “Έχει δίκιο ο Active γιά τον πρώτο που όμως, αν και Ροδίτης, δεν έχει ελληνικό όνομα. Όπως έχει δίκιο να μιλά και γιά την ύπαρξη του Γιάννη του Έλληνα. Μόνο που αυτός ο δεύτερος ταξίδευε με το πλοίο Βικτώρια που συνόδευε το Τρινιδάδ του Μαγγελάνου. Είναι συνεπώς λιγότερο πιθανό να πολέμησε δίπλα του. Από την άλλη μεριά δεν υπάρχουν καταγραμμένα τα ονόματα των σαρανταεννέα, οπότε ποιός ξέρει;”
Ανάβω ένα ακόμη τσιγάρο και φέρνω ακόμη μιά φορά το μπουκάλι στο στόμα. Θησαυροί θαμμένοι σε τροπικά νησιά, Κεφαλονίτες φύλαρχοι, και Ροδίτες ναυτικοί στα πλοία του Μαγελλάνου...Στό νου μου σχηματίζονται τοπία γεμάτα ήλιο, θάλασσα και χρώμα, κι η φαντασία μου οργιάζει καθώς σκέφτομαι έναν Έλληνα ναυτικό, ή ίσως δύο, να μάχονται δίπλα στον μεγάλο θαλασσοπόρο. Πιάνω τον εαυτό μου να σιγογελάει.
“Ωραίο θέμα γιά βιβλίο”, μονολογώ μ` ένα χασμουρητό. “Ή γιά όνειρο.” Χαμογελώντας ασυναίσθητα τρίβω τα βλέφαρά που έχουν αρχίσει να βαραίνουν. Είναι ώρα να κλείσω τον υπολογιστή και να τραβήξω γιά το κρεβάτι μου. Λένε πως όλοι οι άνθρωποι βλέπουν όνειρα. Το πρόβλημα είναι ότι εγώ δεν θυμάμαι ποτέ τα δικά μου, όταν ξυπνώ το πρωί.




ΜΑΡΤΙΟΣ

Ο άνθρωπος στην απομόνωση:
κλείνει το μέλλον σ` ένα μπουκάλι
και το πετά στη θάλασσα. ...... ...

Θανάσης Μουσόπουλος, Διερεύνηση, Οιακισμοί Α.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 05

Απ` το πρωί είμαι μες τα νεύρα. Είναι δυό μέρες τώρα που με βασανίζει μιά άτιμη φαγούρα. Σήμερα, μόλις ξύπνησα, πρόσεξα και κάτι κόκκινα σπυράκια, οπότε το πήρα απόφαση και πήγα στον γιατρό. Μού βρήκε λέει Σεϋλετιέλα. Ένα παράσιτο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι και το κόλλησα από κάποιο σκύλο. Μάλλον εκείνο το αδέσποτο κουτάβι που τάϊζα την περασμένη βδομάδα. Το λυπήθηκα έτσι κασιδιάρικο και κακομοιριασμένο, και του άνοιξα μερικές ληγμένες κονσέρβες απ` αυτές που φυλάω γιά τ` αδέσποτα. Με αντάμειψε με μπόλικες γλυψιές και χαϊδέματα, αλλά απ` ότι φαίνεται όχι μόνον... Σεϋλετιέλα λοιπόν... “Μικρό πρόβλημα, κι ας φαίνεται μεγάλος μπελάς”, ήταν τα λόγια του γιατρού, που με είδε ταραγμένο και προσπάθησε να με καθησυχάσει.
Μιά χειραψία, ένα ακόμη καθησυχαστικό χαμόγελο, μιά συνταγή κι αυτό ήταν. Πίσω στο μαγαζί και το κεφάλι μέσα... Η μέρα πέρασε με πελάτες που μπαινόβγαιναν, αφήνοντάς μου ελάχιστο χρόνο γιά να ξυθώ και να βρίσω με την ησυχία μου . Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε κι ένας παλιός πελάτης να με συμβουλευτεί γιά ένα Κόκκερ Σπάνιελ που του είχα πουλήσει δυό χρόνια πριν...
“Ο Φλίσκο αγρίεψε πολύ τελευταία”, μου εξομολογήθηκε αμήχανος.
“Τι ακριβώς εννοείτε;” ρώτησα προσπαθώντας να δείξω ότι ενδιαφέρομαι, ενώ έξυνα τάχα αδιάφορα το στήθος μου. “Άρχισε να δαγκάνει και δεν ξέρουμε πως να τον χειριστούμε. Αγριεύει και δείχνει δόντια με το παραμικρό”, ακούστηκε λυπημένα.
“Τι εννοείτε με το παραμικρό; Μήπως υπάρχει κάτι με το οποίο έχετε συνδέσει την επιθετικότητα που δείχνει; Κάτι που τον ενοχλεί αρκετά ώστε να αγριέψει;” ρώτησα μαλακά χωρίς να ελπίζω σε συγκεριμένη απάντηση.
“Τι να πω; Όλα τον πειράζουν”, μου απάντησε φανερά μπερδεμένος. “Προχθές γύρισε να με δαγκάσει επειδή τον τράβηξα από τα σκουπίδια που σκάλιζε. Εχθές μου έβγαλε δόντια επειδή κάθισα στον καναπέ, δίπλα στην γυναίκα μου, να δω τηλεόραση ...”
“Μοιάζει με επιθετικότητα κυριαρχίας”, αποφάνθηκα, βάζοντας το χέρι στην τσέπη του παντελονιού μου γιά να ξυθώ με τρόπο. “Αλλά επειδή το πρόβλημα είναι πολύ σοβαρό γιά να αντιμετωπιστεί έτσι, εξ` αποστάσεως με μιά κουβεντούλα, θα σας πρότεινα μιά επίσκεψη στον κτηνίατρο που τον παρακολουθεί.”
“Τι να κάνουμε στον κτηνίατρο; Μιά χαρά είναι το παλιόσκυλο. Εγώ το είπα στη γυναίκα μου...Ένα γερό βρομόξυλο θέλει γιά να στρώσει...”, χαμογέλασε χαιρέκακα.
“Δεν είναι λύση αυτή! Αντιθέτως”, τον έκοψα τρίβοντας την πλάτη μου στο έπιπλο με τα πουλοβεράκια γιά σκύλους. “Είναι πολύ πιθανό ότι έτσι, αν δηλαδή αρχίζετε στις σφαλιάρες κάθε φορά που αγριεύει, θα μπλέξετε πολύ χειρότερα.”
“Τι θέλετε να πείτε;” μισόκλεισε τα μάτια.
“Ότι αν κάνετε κάτι τέτοιο, μάλλον θα αρχίσει να δαγκώνει χωρίς προειδοποίηση. Μόλις τώρα είπατε ότι σας έβγαλε δόντια επειδή καθήσατε στον καναπέ δίπλα στη γυναίκα σας. Κακό που σας αγρίεψε, αλλά καλό που σας προειδοποίησε ότι θα δαγκώσει έτσι ώστε να πάρετε τα μέτρα σας. Φαντάζεστε τι θα γίνει αν συνδέσει το ξύλο με τα γρυλίσματα με συνέπεια να σταματήσει να προειδοποιεί, διατηρώντας όμως την τάση να δαγκώνει;”
“Και γιατί να κόψει με το ξύλο μόνο τις προειδοποιήσεις και όχι και τις δαγκωματιές;” μουρμούρισε αβέβαιος.
“Γιατί είναι σκύλος κι έχει τον τρόπο του να αντιδρά. Μην τον συγχέετε με τους ανθρώπους, πολύ περισσότερο όταν και ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι σπάνιες οι απρόβλεπτες συμπεριφορές”, εξήγησα όσο πιό απλά μπορούσα. Τον είδα να το σκέφτεται εξετάζοντας με άπειρη προσοχή τις μύτες των παπουτσιών του. Σχεδόν άκουγα το μυαλό του να δουλεύει προσπαθώντας να βγάλει άκρη μ` αυτά που του`λεγα.
“Μερικές ερωτήσεις ακόμη...”, είπε σκεφτικός μετά από σιωπή πέντε-έξι δευτερολέπτων. “Παρακαλώ”, χαμογέλασα ξαναφέρνοντας το χέρι στο στήθος σαν να με ενοχλούσε το σταυρουδάκι μου.
“Τι είναι αυτό το περί κυριαρχίας που είπατε πιό πριν;”
“Η επιθετικότητα του σκύλου διακρίνεται σε διάφορα είδη ανάλογα με το ερέθισμα που την προκαλεί”, άρχισα επαναλαμβάνοντας όσα είχα αποστηθίσει από ένα σχετικό βιβλίο.
“Άλλες φορές αγριεύει γιατί φοβάται, άλλες γιατί προστατεύει κάτι δικό του, άλλες γιατί παρασύρεται από ένα άγριο παιχνίδι με παλέματα και φωνές, άλλες γιατί του βγαίνει το πρωτόγονο ένστικτο του κυνηγού, άλλες γιατί μιά θηλυκιά θέλει να προστατέψει τα κουτάβια της και τέλος, άλλες γιατί, όπως πιθανόν συμβαίνει με τον Φλίσκο, διεκδικεί την αρχηγία στο σπίτι του, αμφισβητώντας σ` εσάς το δικαίωμα να του επιβάλετε την θέλησή σας, και προσπαθώντας να σας επιβάλλει αυτός την δική του.”
“Μάλιστα...Και τι γίνεται τώρα;” ξαναρώτησε.
“Σταδιακή απευαισθητοποίηση με παράλληλα μαθήματα υπακοής που ξεκινούν από το: κάθισε”, είπα με το δυσάρεστο συναίσθημα ότι έλεγα περισσότερα απ` όσα ήθελα.
“Δεν κατάλαβα τίποτα”, χαμογέλασε αμήχανα. “Και γιατί πρέπει να πάω σε κτηνίατρο αφού δείχνετε να ξέρετε όλα όσα χρειάζονται;”, συνέχισε.
Έπνιξα έναν αναστεναγμό και προσπάθησα να κρατήσω τα νύχια μου μακριά απ` τον καβάλο του παντελονιού μου. Μα πότε θα ξεκουμπίζονταν επιτέλους;
“Γιατί σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχουν παθολογικά αίτια πίσω από την επιθετικότητα...” “Όπως;” με διέκοψε.
“Όπως ορμονικές διαταραχές, έντονος συνεχής πόνος και ποιός ξέρει τι άλλο”, του είπα. “Ορμονικές διαταραχές...”, επανέλαβε σκεφτικός.
“Λέτε;” Χαμογέλασα θλιμμένα, ανασηκώνοντας τους ώμους.
“Δεν ξέρω. Είναι δουλειά του κτηνίατρου να το εξακριβώσει.”
“Ώστε γι αυτό μου προτείνατε...Καλά λοιπόν. Θα τον πάω σήμερα κιόλας”, δήλωσε απλώνοντας το χέρι γιά να σφίξει το δικό μου.
“Γι αυτό, και γιατί καλύτερα να κυνηγάς τον κτηνίατρο κι όχι εμένα αν γίνει καμιά στραβή και σου αρπάξει ο Φλίσκο κανένα κομμάτι πάνω στην απευαισθητοποίηση”, άκουσα την φωνούλα στο κεφάλι μου καθώς τον συνόδευα ευγενικά μέχρι την πόρτα.

Έχει πάει έντεκα το βράδυ και στις αίθουσες συζητήσεων δεν υπάρχει ψυχή. Τι πάθανε όλοι σήμερα; Η φαγούρα έχει μειωθεί με την αγωγή που μου `δωσε ο γιατρός αλλά όχι κι ο εκνευρισμός μου. Ακόμη κι η κλασσική που συνήθως με ηρεμεί, απόψε μου δίνει στα νεύρα. Ο δορυφορικός δέκτης πιάνει πάνω από δυό χιλιάδες κανάλια-ραδιόφωνο και τηλεόραση μαζί- κι όμως δεν βρίσκω τίποτα να μ` αρέσει αυτή τη νύχτα. Στο κρεβάτι έχω αφήσει ανοιχτό, λίγες σελίδες πριν το τέλος, τον Γέρο και την θάλασσα του Χεμινγουαίη. Αδύνατον να διαβάσω έστω και μιά γραμμή. Πνίγομαι. Ασφυκτιώ στην μισοσκότεινη καμαρούλα με τους τοίχους από γυψοσανίδα και το παγωμένο μωσαϊκό γιά πάτωμα. Ταλαντεύομαι ανάμεσα στο να κατέβω στο υπόγειο γιά να ρίξω μερικές στον σάκο και στο να βγω στους φωτισμένους δρόμους γιά περπάτημα μέχρι το πρωί. Γιά ύπνο, ούτε λόγος να γίνεται απόψε. Φοράω σκούφο, γάντια και συναφή, ρίχνω στις τσέπες τσιγάρα, και κλειδιά και τραβάω γιά την πόρτα. Στα μισά κοντοστέκομαι και ψάχνομαι γιά ταυτότητα. Γυρνάω και την παίρνω απ` το κομοδίνο. Ένας μοναχικός τύπος που κόβει άσκοπα βόλτες μες τη νύχτα δεν είναι πράγμα που περνά απαρατήρητο και δεν θα`ναι περίεργο να μου την πέσουν από κανένα περιπολικό γιά εξακρίβωση στοιχείων.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 05

Σε είκοσι μέρες έχω γενέθλια. Το σκέφτομαι απ` την ώρα που ξύπνησα και νοιώθω να με πλημμυρίζουν αντιφατικά συναισθήματα. Απ` την μιά χαίρομαι και νοιώθω ευγνωμοσύνη γιά το γεγονός ότι ο Δημιουργός μου μού επέτρεψε να ζήσω εικοσιεννέα γεμάτα χρόνια, κι απ` την άλλη μελαγχολώ γιατί θα έπρεπε μέχρι σήμερα να έχω βάλει τη ζωή μου σ` ένα δρόμο. Γύρω μου άπλυτα πιάτα, κουβαριασμένες κουβέρτες, άδεια μπουκάλια, σωροί αποτσίγαρα, απλήρωτοι λογαριασμοί κι ένας συνεχώς ανοιχτός υπολογιστής, που ώρες ώρες μού μοιάζει σφραγισμένο μπουκάλι στη θάλασσα. Γράφω μηνύματα και τα ξαποστέλνω πίσω από μιά γυάλινη επιφάνεια... Κάποιοι τα διαβάζουν, μερικοί απαντούν, αλλά δεν περιμένω κανέναν να με γλυτώσει απ` το ερημονήσι που σαπίζω. Είναι φορές που με πιάνουν τα γέλια...Άφησα το χωριό και ήρθα εδώ παρασυρμένος, από δυό φανταχτερές, πομπώδεις όσο και σχετικές στον ορισμό τους λέξεις –“ποιότητα ζωής”. Σαν τα μυγάκια που πάνε ίσια πάνω στο φως που θα τα κάψει. Και τα κατάφερα περίφημα! Έχω πλέον όση “ποιότητα” θέλω. Καθαρίζω καθημερινά κουτσουλιές, κοπριές και άλλα ευωδιαστά, μετράω και ξαναμετράω το περιεχόμενο της τσέπης μου μήπως και από θαύμα περισσέψει κανένα ευρώ, ζω σε ένα κλουβί λίγο μεγαλύτερο από αυτό των ζωντανών που εμπορεύομαι, και μπαζώνω τις νύχτες μου κάνοντας συζητήσεις με αγνώστους σε δόσεις .
“Συζητήσεις στάγδην”, όπως είπε χθές ο Ανιχνευτής. Είπαμε πολλά χθες το βράδυ. Πρέπει να `χε πάει τρεισίμισι όταν σταματήσαμε την κουβέντα και πήγαμε γιά ύπνο. Είχα πιεί κομματάκι και είπα και καναδυό πραγματάκια παραπάνω, αφαιρώντας, θα μπορούσε να πει κανείς, το προσωπείο της πανοπλίας μου, με συνέπεια η κουβέντα να γίνει πιό προσωπική. Ο Ανιχνευτής, καταλαβαίνοντας προφανώς την ψυχική μου κατάσταση, πρότεινε να γυρίσουμε σε προσωπικά μηνύματα κρατώντας την συζήτηση μακριά από τρίτους. Ας είναι καλά. Αν δεν το είχαμε κάνει, σήμερα θα ένοιωθα άβολα με μιά σελίδα μηνύματα να δημοσιοποιούν τα εσώψυχά μου. Θα μου πεις, με ψευδώνυμο γράφω, αλλά και πάλι... Ο τύπος αποδείχθηκε θαυμάσιος άνθρωπος. Του μίλησα γιά τα προβλήματα στη δουλειά μου κι είχε καναδυό ιδέες που ίσως βοηθήσουν. Μου φάνηκε μπασμένος στην αγορά κι όταν τον ρώτησα δεν έκρυψε πως είχε ένα μαγαζί με ρούχα στην Αγίου Δημητρίου. Κοίτα να δεις! Δεν θα πρέπει να απέχουμε παραπάνω από μερικές εκατοντάδες μέτρα, κι όμως αντί να τα λέμε στο καφενείο, επικοινωνούμε μέσω Διαδικτύου. “Σημεία των καιρών”, που θα `λεγε κι ο φιλόλογός μου στο Γυμνάσιο- που τον θυμήθηκα πάλι αυτόν; Καλός άνθρωπος. Αυτός μου κόλλησε την αρρώστια με τα βιβλία. Το θέμα “δουλειά” εξαντλήθηκε γρήγορα και περάσαμε στους λόγους που μας κρατάνε ξύπνιους μπροστά στον υπολογιστή.Του είπα μέσες άκρες γιά μένα και αυτός μου εξομολογήθηκε με τη σειρά του, ότι ασχολείται με μιά ιστορική έρευνα που ξεκίνησε πριν οχτώ χρόνια, κι ότι όταν κουράζεται μπαίνει στην αίθουσα μηνυμάτων γιά μικρά διαλειμματάκια.
“Όχτώ χρόνια; Με τι αντικείμενο;” ρώτησα ξαφνιασμένος μιάς και δεν είναι και το πιό συνηθισμένο να βρίσκεις εμπόρους που να ασχολούνται με πολύχρονες έρευνες τέτοιου είδους. “Την ιστορία μιάς οικογένειας”, μου απάντησε. “Κάτι που δεν έχει αξία παρά μονάχα γιά μένα.” Δεν επέμεινα, διαισθανόμενος ότι δεν ήθελε να πει περισσότερα γιά την έρευνα, που πάω στοίχημα πως αφορά τη δική του οικογένεια. Έτσι κι αλλιώς είχα περισσότερη ανάγκη να μιλήσω παρά ν` ακούσω. Και μίλησα...Δηλαδή έγραψα... Μακροσκελή κείμενα που ο Ανιχνευτής διάβασε με προσοχή, κάνοντας μικρά σχόλια που θύμιζαν Επίκτητο και Αυρήλιο. “Καλά όλα αυτά στη θεωρία, αλλά το να εφαρμοστούν στην πράξη δεν είναι πάντα και τόσο εύκολο”, του `γραψα γύρω στις δυόμισι με τον ξαναδανεισμένο Αυρήλιο ανοιχτό στο τραπεζάκι, τις άδειες μπύρες στο πάτωμα και την μισοσκότεινη κάμαρα να εκλιπαρεί το φως ενός γυναικείου χαμόγελου.
“Γιά την ακρίβεια φίλε μου, το να εφαρμοστούν στην πράξη δεν είναι ποτέ εύκολο", απάντησε. "Έχεις υπ` όψιν σου την ιστορία του Μεγάλου Τελετάρχη του Τσαγιού που αναφέρει ο Καζαντζάκης;”
Δεν την είχα, και του το είπα. “Έγραψε λοιπόν”, άρχισε ο Ανιχνευτής, “στο Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα, γιά κάποιον άρχοντα που πλησίασε και ρώτησε τον Μεγάλο Τελετάρχη, τα μυστικά σερβιρίσματος του τσαγιού . -Θα πρέπει να διαμορφώνεται έτσι η αίθουσα που να φαίνεται ζεστή το χειμώνα και δροσερή το καλοκαίρι, απάντησε εκείνος. -Κι επιπλέον να ζεσταίνεις το νερό όσο πρέπει και να κάνεις το τσάϊ νόστιμο. -Μα Δάσκαλε, απόρησε ο άρχοντας, αυτό δεν είναι μυστικό, το ξέρουν όλοι. -Ε, λοιπόν, δήλωσε σοβαρός ο Δάσκαλος, όταν βρεις κάποιον που όχι μόνο το ξέρει, αλλά το κάνει και πράξη, να μου τον δείξεις γιά να πάω να κάτσω στα πόδια του και να γίνω μαθητής του.”
Ίσως και να `φταιγαν οι μπύρες, γιατί δεν νομίζω πως διαφορετικά θα μιλούσα με τρόπο σχεδόν εριστικό σε κάποιον που προσπαθούσε να με βοηθήσει:
“Τότε τι νόημα έχει; Αν δεν μπορεί κανείς να αγγίξει αυτό που η θεωρία ορίζει ως τέλειο, γιατί να ξοδεύεται προσπαθώντας; Εσένα λόγου χάριν, σε τι σε βοηθάνε οι Στωικοί, αν δεν πρόκειται να γίνεις ποτέ τέλειος, σοφός, κατά την δική τους ορολογία ;”
Μεσολάβησε μιά εικοσάλεπτη σιγή στην οποία φοβήθηκα ότι ο Ανιχνευτής είχε κλείσει τον υπολογιστή του ενοχλημένος απ` το ύφος μου. Τελικά, η απάντηση ήρθε ενώ άναβα το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου μου.
“Καλή ερώτηση, που δεν απαντιέται με μιά μόνο απάντηση”, έγραφε. “Εν συντομία μπορώ να σου πω ότι πρώτον, η ερώτηση που θέτεις αποτέλεσε τελικά την αιτία να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους, εγκαταλείποντας την θέση ότι το ίδιο πνίγεται κάποιος κάτω από ένα πήχυ νερό όπως και κάτω από δέκα στάδια, αποδεχόμενοι έτσι την κατηγορία των προκοπτόντων (proficientes) μεταξύ των σοφών και των φαύλων. Δεύτερον ότι το παν γιά τον συνεπή Στωικό είναι η πρόθεση και όχι το αποτέλεσμα. Και τρίτον, ότι με βοηθάει ως εγχειρίδιο επιβίωσης.”
“Φοβάμαι ότι οι εξηγήσεις σου μου δημιουργούν περισσότερες απορίες”, πληκτρολόγησα έπειτα από λίγη σκέψη. “Κι έπειτα, αν και δεν έχω μελετήσει σε βάθος τους Στωικούς όπως φαίνεται να έχεις κάνει εσύ, μου φαίνεται κάπως υπερβολικός ο όρος εγχειρίδιο επιβίωσης.” Το μήνυμα του συνομιλητή μου ήταν το τελευταίο εκείνης της νύχτας, κι άνοιγε μιά πορτούλα γιά μιά πιό ουσιαστική κι ανθρώπινη επικοινωνία.
“Ο όρος δεν είναι δικός μου. Απλά τον υιοθέτησα”, έγραφε. “Τον χρησιμοποιεί γιά τον Στωικισμό κάποιος Laurence Gonzales, σ` ένα βιβλίο του με τίτλο Deep Survival, Who Lives, Who Dies And Why. Όσον αφορά τις εξηγήσεις που σου έδωσα έχεις δίκιο, αλλά δεν μπορώ να σου πω περισσότερα τέτοια ώρα εδώ. Aν έχεις όρεξη γιά τέτοια κουβεντούλα, μπορούμε να τη συνεχίσουμε την Κυριακή στην παραλία με το καφεδάκι μας. Θα με βρεις στον Ιστιοπλοϊκό όμιλο. Ρώτησε γιά τον Φίλιππο Πολυκαρπίου. Με ξέρουν όλοι εκεί. Πηγαίνω κάθε βδομάδα τον γιό μου που έχει τρέλα με το άθλημα. Ξέρεις, τρέχει με Όπτιμιστ, κι έχουμε γεμίσει ολόκληρο τοίχο με κύπελλα και μετάλλια.”

Κυριακή 13 Μαρτίου 05

Είναι αργά το μεσημέρι και μόλις επέστρεψα απ` την παραλία. Πήγα σήμερα το πρωί, κάπως κουμπωμένος ειν` η αλήθεια, να συναντήσω τον Ανιχνευτή που τώρα πιά απέκτησε σάρκα, οστά, και τ` όνομα Φίλιππος. Πιάσαμε να μιλάμε διερευνητικά στην αρχή, πιό άνετα μετά το πρώτο δεκάλεπτο, και πριν καλά καλά το καταλάβω είχαν περάσει τέσσερις ώρες και ακόμη μιλούσαμε...Τον φανταζόμουν φαλακρό μεσήλικα με κοιλίτσα. Τον βρήκα σαραντάρη, αθλητικό, με μακριά μαλλιά πιασμένα αλογοουρά κι ένα βλέμμα που σε τρυπάει, έτσι που θαρρείς πως βλέπει πίσω σου. Όπως είχε πει, δεν δυσκολεύτηκα να τον βρω. Ρώτησα μπαίνοντας στον όμιλο και μου τον έδειξαν. Πλησίασα χαμογελώντας με τεντωμένο το χέρι και ρώτησα αν ήταν ο Φίλιππος Πολυκαρπίου.
“Ναι”, ανταπέδωσε το χαμόγελο.
“Κι εσύ ποιός είσαι;”
“Κώστας Παρμενίδης”, απάντησα. “Μέχρι τώρα με γνώριζες ως Πέτμαν.”
“Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω”, είπε τραβώντας με σ`ένα τραπεζάκι.
“Κι εγώ το ίδιο”, δήλωσα ενώ στρωνόμουν αναπαυτικά σε μιά πολυθρόνα, φάτσα στο ήλιο. Οι καφέδες ήρθαν ενώ είχαμε αρχίσει να μιλάμε γιά την ταυτότητα των υπολοίπων χρηστών με τους οποίους συνήθως ανταλλάσαμε μηνύματα. Δηλαδή εκείνος μίλαγε κι εγώ άκουγα, μιάς και δεν ήξερα το παραμικρό για κανέναν, εκτός βέβαια απ` τα ψευδώνυμα με τα οποία υπέγραφαν. Ο Φίλιππος αντιθέτως φαινόταν να γνωρίζει αρκετούς. Κάποιους μάλιστα από πολλά χρόνια πριν, αν κρίνω απ` την οικειότητα και τα αστεία που παρεμβάλλονταν στις ιστορίες του. Με ρώτησε γιά την δουλειά, το χωριό και τη ζωή μου στην πόλη κι ενώ του απαντούσα κομπιάζοντας και αποφεύγοντας να αποκαλύψω τις δυσκολίες μου, κέρασε ούζα. Νηστικός καθώς ήμουν το πιότο μου `λυσε τη γλώσσα κι άρχισα να μιλάω χωρίς ντροπές και αναστολές. Με άκουγε με προσοχή, χωρίς να με διακόπτει, και δείχνοντας με το χέρι τον γιό του κάθε που ο πιτσιρικάς έκανε κάποιον καλό ελιγμό. Η περηφάνεια του ήταν περισσότερο από φανερή και, απ` ότι μπορούσα να καταλάβω, απόλυτα δικαιολογημένη. Ακόμη κι εγώ ο άσχετος έβλεπα ότι το σκαφάκι του μικρού έπαιρνε πρώτο όλες τις στροφές- τακ και υποστροφές τις έλεγε ο Φίλιππος- ενώ έφευγε σφεντόνα στις ευθείες. Τον ρώτησα κι εγώ γιά την δουλειά και την οικογένειά του και μου είπε γιά το μαγαζί που έχει συνεταιρικά με την αδελφή του και τη γυναίκα του που δουλεύει στη Νομαρχία. Τα ούζα τέλειωσαν ταυτόχρονα με την προπόνηση του μικρού που μας ήρθε αναψοκοκκινισμένος και χαρούμενος. “Με είδες στα τελευταία όρτσα;” ρώτησε τον πατέρα του.
“Δεν τα πήγα κι άσχημα, ε;” “Περίφημα τα πήγες”, συμφώνησε ο Φίλιππος υψώνοντας την ανοιχτή παλάμη του γιά να την χτυπήσει με την δική του ο μικρός.
“Κώστα, να σου συστήσω τον γιό μου τον Θοδωρή”, γύρισε σε μένα.
“Θοδωρή, από `δω ο φίλος μου ο κύριος Κώστας”, με σύστησε στον πιτσιρικά.
Σφίξαμε τα χέρια και με κοίταξε βαθιά στα μάτια σοβαρός. “
Ασχολείστε και `σεις με την θάλασσα;” ρώτησε.
“Όχι, απλά πέρασα να δω τον πατέρα σου”, του απάντησα.
“Α, ναι, είναι ωραία εδώ γιά παρεούλα και καφεδάκι” σχολίασε με ύφος ογδοντάχρονου, κι έμεινε να με κοιτά χαμογελαστός.
Τον κοίταξα κι εγώ. Γύρω στα οχτώ, μ`ένα δόντι μπροστά λειψό και σώμα καλοδεμένο. Όμορφο παιδάκι, φτυστός ο Φίλιππος. Μόνο στο βλέμμα του...θαρρείς κι ήταν κρυμμένη μιά μελαγχολία. Ήταν γελοίο, μα μου θύμιζε το βλέμμα ενός γέρου καπετάνιου σε μιά ασπρόμαυρη ταινία που είχα δει παλιά.
“Ο μπαμπάς σου μου είπε ότι έχεις μαζέψει ένα σωρό διακρίσεις”, του είπα με το ψεύτικο ενδιαφέρον που κάποιες φορές οι ενήλικοι δείχνουν από ευγένεια στα παιδιά.
“Αλήθεια είναι, αλλά δεν πρόκειται γιά τίποτε σπουδαίο” έλαμψε το μουτράκι του.
“Απλώς, σκαλάκια γιά πιό πάνω...”
“Α, μπράβο!” ακούστηκα σαν χαζός. “Ωστε έχεις υψηλούς στόχους ε; Μακάρι, στο εύχομαι...” “Θέλει χρυσό Ολυμπιακό”, ανέλαβε να εξηγήσει ο Φίλιππος με κάποια αμηχανία. “Πολύ ψηλός στόχος βέβαια, αλλά δεν του κάνει τίποτε άλλο.”
“Κανένα μετάλλιο δεν είναι κακό, αλλά ένα είναι αυτό που αξίζει”, συμφώνησε ο Θοδωρής με αστεία γιά την ηλικία του σοβαρότητα. “Και όχι δεν με πειράζει να περιμένω μέχρι να μεγαλώσω”, συνέχισε γυρνώντας στον πατέρα του που είχε ανοίξει το στόμα να μιλήσει. Μείναμε γιά λίγο ακόμη απολαμβάνοντας την Μαρτιάτικη λιακάδα κι έπειτα ο μικρός πείνασε κι ο Φίλιππος σηκώθηκε ρίχνοντας μιά ματιά στο ρολόϊ του.
“Δεν σου κάνει εντύπωση πως τρέχουν οι ώρες άμα είσαι αραχτός στη λιακάδα με ουζομεζέδες;” ρώτησε γελώντας.
“Άντε να συμμαζευόμαστε σπίτια μας και τα λέμε το βράδυ.”
Τον ευχαρίστησα γιά το κέρασμα και την παρέα, αποχαιρετιστήκαμε, και τον είδα να ξεμακραίνει καβάλα σ` ένα εξακοσαπενηντάρι θηριώδες σκούτερ, με τον γιό του πίσω να τον κρατά σφιχτά απ` την μέση. Τράβηξα και εγώ γιά το μαγαζί τσιμπώντας ένα σάντουιτς στο δρόμο. Ήταν γύρω στις τρεις το μεσημέρι όταν ξεκλείδωσα την πόρτα κι από `κεινη την ώρα, λίγο τα καθαρίσματα, λίγο τα τα'ί'σματα, λίγο μπουγάδα και σίδερο, έφτασε εννιάμισι γιά να καθίσω σε καρέκλα. Κι έτσι, εδώ και δέκα λεπτά κάθομαι στο τραπεζάκι και ξεφυλλίζω ανόρεχτα τις Επιστολές στον Λουκίλιο του Σενέκα . Το δανείστηκα μαζί μ` άλλα δυό δικά του την Παρασκευή, αλλά δεν βρήκα ακόμη την όρεξη να το τελειώσω. Ίσως υποσυνείδητα λειτουργεί μέσα μου κάποιου είδους σοβινισμός, αλλά βρίσκω τον Επίκτητο περισσότερο συγκροτημένο και κυρίως συνεπέστερο. Αυρήλιος και Σενέκας λένε εξαιρετικά πράγματα μεν, αλλά δεν φαίνονται να τα υιοθετούν στην προσωπική τους ζωή. Πως να το πω; Δεν τα στηρίζουν με τις καθημερινές τους επιλογές όπως ο Επίκτητος κι όλοι οι άλλοι Έλληνες Στωικοί, αρχής γενομένης απ` τον ίδιο τον Ζήνωνα. Το μάτι μου πέφτει στο σημείο που έχω σημαδέψει με τον σελιδοδείκτη: “...είναι μακρύς ο δρόμος που περνάει από διδάγματα, ενώ σύντομος και αποτελεσματικός εκείνος που περνάει από τα παραδείγματα. Ο Κλεάνθης δεν θα απέδιδε πιστά τη σκέψη του Ζήνωνα, αν τον άκουγε μόνο. Συμμετείχε στη ζωή του, εισέδυε στα βάθη της ψυχής του, τον παρατηρούσε, γιά να δει αν ζούσε σύμφωνα με όσα δίδασκε.” Σοφές κουβέντες. Αλλά όταν τις ακούς απ` τον Σενέκα που έγλυφε εγγράφως ακόμη και πρώην δούλους γιά να γλυτώσει την εξορία, που από την μιά έγραφε τον επικήδειο του Κλαύδιου κι απ` την άλλη τον γελοιοποιούσε με την επαίσχυντη Αποκολοκύνθωση, που δέχθηκε να γίνει τσάτσος του Νέρωνα, που ανακατεύτηκε σε δολοφονίες όπως αυτή του Τιβέριου Κλαύδιου Βρεττανικού, και που μέσα σε τέσσερα χρόνια άρπαξε τέσσερα εκατομμύρια σηστέρσια από τοκογλυφία και καταχρήσεις, ε, όσο νά`ναι χάνουν κομματάκι την αξία τους.... Δεν μπορώ να μη συγκρίνω το ήθος και την συνέπεια των Ελλήνων Στωικών με την ασυμφωνία λόγων και έργων των Ρωμαίων συνεχιστών τους. Του Σενέκα που κορόϊδευε τον εαυτό του γράφοντας “Να αποδεικνύεις τα λόγια με τις πράξεις”, και του Μάρκου Αυρήλιου που μακέλευε λαούς θεωρώντας ταυτόχρονα όλους τους ανθρώπους αδερφούς, ή που θεωρήθηκε ασκητής φιλόσοφος επειδή δεν ξάπλωνε με κίναιδους στο σκληρό “ασκητικό” του κρεβάτι, χωρίς να ληφθεί υπ` όψιν ότι σ` εκείνο το κρεβάτι έκανε δεκατρία- παρακαλώ- παιδιά. Καθόλου μεμπτό βέβαια τούτο το τελευταίο, αλλά και καθόλου ασκητικό επίσης. Τέλος πάντων, οφείλω να αναγνωρίσω πως ο Αυρήλιος φαίνεται να το πάλεψε “από την θέση του ηθοποιού σ` ένα δράμα του οποίου τον ρόλο δεν διάλεξε ο ίδιος”, ή σύμφωνα με άλλη διατύπωση “από την θέση του στρατιώτη που τοποθετήθηκε σε μιά θέση γιά να πολεμήσει”. Ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος φαντάζομαι, του αμφισβητεί την καλή πρόθεση, την “προαίρεσιν” που θα `λεγε κι ο Επίκτητος, την βούληση για το σωστό και το δίκαιο που για κάποιους μεγάλους διανοητές όπως ο Καντ είναι το μόνο που μετράει. Αρκετά! Η μέρα μου σήμερα ήταν ασυνήθιστα ευχάριστη, με ουζάκια στη λιακάδα και εξαιρετική παρέα, οπότε είναι κρίμα να ξινίσει τώρα στο τέλος με κριτική σε πεθαμένους. Ανοίγω τον υπολογιστή λοιπόν γιά λίγη ανάλαφρη κουβεντούλα. Στα Ταξίδια, Ράμπο, Βαγγέλης και Μπαλαρίνα μαλλιοτραβιούνται γιά το αν αξίζει να πληρώσει κανείς ή όχι γιά να υποστεί την βρόμα, τους πορτοφολάδες και τις ταλαιπωρίες ενός ταξιδιού στην Ινδία. Ξεκινάω να γράψω κάτι γιά τον πολιτισμό της Ινδίας αλλά μετανιώνω. Δεν έχει νόημα αφού ξέρω πιά ότι χρήστες σαν τον Βαγγέλη μπαίνουν στις αίθουσες μηνυμάτων γιά να προκαλέσουν, μένοντας κουφοί σε κάθε επιχείρημα που δεν επιβεβαιώνει την μεγαλοφυΐα τους...Πως το `γραφε ο Σενέκας να δεις; Α, ναι! “Να συναναστρέφεσαι εκείνους που θα σε κάνουν καλύτερο. Να δέχεσαι εκείνους που μπορείς να κάνεις εσύ καλύτερους”. Σίγουρα ο Βαγγέλης και το συνάφι του δεν πρόκειται να με κάνουν καλύτερο, κι όσο γιά το ποιόν μπορώ να κάνω εγώ καλύτερο, φασκελοκουκούλωσ`τα...Ας ξεκινήσω με την αφεντιά μου και βλέπουμε. Δίπλα, στο Φιλοσοφία, δεν υπάρχουν νέα μηνύματα. Φαίνεται ότι ο Φίλιππος δεν μπόρεσε να βρει ακόμη τον χρόνο να συνδεθεί. Κι ο Traveler; Που είναι χαμένος τόσες μέρες; Κρίμα κι είχα τόσα να ρωτήσω. Τώρα που το σκέφτομαι είναι αστείο. Πήγα να βρω τον Φίλιππο γιά να συζητήσουμε υποτίθεται θέματα σχετικά με τον Στωικισμό και πιαστήκαμε στα ούζα και την ψιλοκουβέντα δίχως λέξη γιά προκόπτοντες και εγχειρίδια επιβίωσης. Συμπέρασμα: αν είσαι στην λιακάδα με μπερεκέτια και καλή παρέα δεν έχεις ανάγκη να μιλήσεις γιά φιλοσοφία, ίσως γιατί την βιώνεις. Τι είπα τώρα; Σαν Επικούρειο ακούστηκε! Αλλά θα μου πεις και τι έγινε; Αφού και οι ίδιοι οι Στωικοί δανείζονταν συχνά ρήσεις από τους άσπονδους εχθρούς τους. Ti σου λέει πάλι αυτό; Στωικοί και Επικούρειοι να τρώγονται σαν το σκύλο με τη γάτα, βαδίζοντας ουσιαστικά στον ίδιο δρόμο, αλλά κρατώντας διαφορετικά μπαστούνια. Είναι αλήθεια περίεργο που χρειάστηκαν τέσσερις αιώνες γιά να το παραδεχθούν, και πρέπει να του το αναγνωρίσω του Σενέκα ότι είχε το κουράγιο να το ομολογήσει πρώτος γράφοντας : “Σ` αυτό το σημείο η προσωπική μου άποψη - θα στην πω , έστω κι αν οι άνθρωποι της σχολής μας διαμαρτυρηθούν- είναι ότι τα διδάγματα του Επίκουρου είναι σωστά και άγια και, αν τα δεις προσεκτικά, καθόλου ηδονικά.” Ρίχνω μιά τελευταία ματιά στο Λογοτεχνία-βιβλία. Κάποιοι καινούργιοι προτείνουν κατεβατά ολόκληρα με τίτλους βιβλίων που τους εντυπωσίασαν. Ευχαριστώ, προς το παρόν έχω να τελειώσω τις Επιστολές στον Λουκίλιο και μετά με περιμένουν οι συμβουλές του γιά ευτυχισμένη ζωή και πνευματική γαλήνη. Ανοίγω τον δορυφορικό δέκτη και πιάνω το αγαπημένο μου ραδιοφωνικό κανάλι. Αναγνωρίζω τις νότες από μιά σύνθεση του Μέντελσον, αλλά δεν έχω ιδέα γιά τ` όνομά της.
“Και τι έγινε;” σηκώνω τους ώμους αδιάφορα. Δεν δίνω δα και εξετάσεις, κι ούτε χρειάζομαι πτυχίο ωδείου γιά να ευχαριστηθώ μιά καλή μουσική.
Ξαναπιάνω το βιβλίο, ανάβω τσιγάρο και ανοίγω την πρώτη μπύρα. Η νύχτα δεν προβλέπεται μεγαλειώδης μα δεν παραπονιέμαι. Η μέρα μ` αποζημίωσε με το παραπάνω.

Πέμπτη 24 Μαρτίου

Μόλις επέστρεψα απ` την Βιβλιοθήκη. Εδέησα τελικά να επιστρέψω, με κάποια καθυστέρηση, τα βιβλία του Σενέκα. Α! Πως θα `θελα να τα `χα διαβάσει πριν απ` την συζήτηση με εκείνο τον εξυπνάκια, τον Basketballman. Όχι πως του την χάρισα, μπήκα ξανά σε κείνη την παλιά συζήτηση που είχα θέσει το θέμα της παρεμβολής αγγλικών λέξεων στον ελληνικό λόγο και πρόσθεσα το απόσπασμα που μοιάζει καταπληκτικά με όσα είχα τότε γράψει. Γυμνό και χωρίς κάποιο σχόλιο πλήν της πηγής του, φάνηκε αρκούντως βαρύγδουπο, αν και πιθανόν ο Basketballman να μη το διαβάσει ποτέ, αφού πάει καιρός που δεν εμφανίζεται πλέον. Όπως και να`χει το απόσπασμα είναι εκεί πιά γιά όποιον ενδιαφέρεται, βεβαιώνοντας πως δεν είναι μόνο ο Πέτμαν που βλέπει αρνητικά το ανακάτεμα ξένων λέξεων σε μιά γλώσσα, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια προσαρμογής και αφομοίωσης. Ρίχνω μιά ματιά στις αίθουσες μηνυμάτων γιά κάτι που θα αποσπούσε το ενδιαφέρον μου από την χαζοταινία της τηλεόρασης. Νέκρα... Λες και δεν το`ξερα. Παρασκευή βράδυ, ποιός κάθεται μέσα να γράφει μηνύματα; Η ματαιοδοξία μού σπρώχνει τα δάχτυλα και ξαναφέρνω στην οθόνη το μήνυμα που έστειλα χθές. Βγαίνω απ` το Ίντερνετ και το διαβάζω άλλη μιά φορά. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Μπορεί να του έσυρα πολλά του Σενέκα, αλλά τώρα αισθάνομαι περήφανος γιά το ότι η σκέψη μου άγγιξε τη δική του. Πιθανόν κολακεύεται η ματαιοδοξία μου αλλά μ` αρέσει να βλέπω κάτω απ` τις δικές μου ενστάσεις τα λόγια ενός Ρωμαίου διανοούμενου που προσπαθεί να διαφυλάξει τη γλώσσα του:
“...δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να μιμούμαστε και να μεταφέρουμε τις λέξεις στην ελληνική τους μορφή ' το ίδιο το πράγμα, γιά το οποίο γίνεται λόγος, πρέπει να αποδίδεται με κάποιο όνομα που οφείλει να έχει τη δύναμη του ελληνικού όρου, όχι όμως και την μορφή του.”
Μένω γιά λίγες στιγμές απολαμβάνοντας το συναίσθημα δικαίωσης που χαϊδεύει τον εγωισμό μου κι έπειτα αφήνω τον υπολογιστή, ανάβω τσιγάρο και γυρνάω στην τηλεόραση που μου φαίνεται πιό ανεκτή με τον ήχο τελείως κλειστό. Στο νου μου έχει καρφωθεί η ερχόμενη Κυριακή. Είναι μέρες που σκέφτομαι να πάω να ξαναβρώ τον Φίλιππο στον ιστιοπλοϊκό όμιλο, απ` τη μιά γιατί του χρωστάω ένα κέρασμα γιά τα ούζα της προηγούμενης φοράς κι απ` την άλλη γιατί θα μου είναι ευκολότερο να περάσω με παρέα την μέρα που μπαίνω στα τριάντα μου. Η φωνή στο κεφάλι μου ακούγεται ανήσυχη:
“Κι αν δεν είναι εκεί;” Κανονικά πρέπει να είναι. Δεν είχε πει ότι πηγαίνει τον γιό του κάθε βδομάδα;
“Ναι αλλά...δεν του γράφεις ένα προσωπικό μήνυμα να τον ρωτήσεις καλύτερα;”
Το σκέφτομαι λιγάκι και μου φαίνεται καλή ιδέα. Γυρνάω στον υπολογιστή και του γράφω στα γρήγορα ότι την Κυριακή έχω γενέθλια και θέλω να τον κεράσω στον όμιλο. Τηγανίζω δυό αυγά με μπεϊκον και μέχρι να τα κατεβάσω με μιά μπύρα έχω την απάντησή του:
“Χρόνια πολλά. Θα σε περιμένω.”



ΑΠΡΙΛΙΟΣ

... .....
“Αγκάλιασέ με.”
Αυτό μόνο ήθελα, εξ αρχής, να γράψω,
μα μου`κανε λιγάκι γυμνό
πάνω στις σελίδες της ματαιοδοξίας μου.

Αθανάσιος Κούρτης, Α΄, ε΄, Στη χάση και στη λέξη.

Παρασκευή 1 Απριλίου

Μου φαίνεται σαν πρωταπριλιάτικο ψέμα αλλά συνέβη. Η Λυδία ήρθε να με δεί! Όχι γιά να αγοράσει τροφές ή οτιδήποτε άλλο, αλλά “έτσι, γιά μιά καλησπέρα”, όπως είπε. Είναι μιά ώρα που έφυγε, αφήνοντάς με ταραγμένο και μπερδεμένο σαν έφηβο. Το ρολόϊ κάτω δεξιά στον υπολογιστή δείχνει έντεκα και δεκατρία λεπτά κι εγώ γυρνάω πάνω κάτω απ` τις δέκα που έκλεισα πίσω της την πόρτα, προσπαθώντας να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη. Επιχείρησα να αναλύσω την κατάσταση μα μπερδεύτηκα ακόμη περισσότερο κι έτσι καταφεύγω στην μοναδική αξιόπιστη μέθοδο που από μικρό παιδί με βοηθάει να βλέπω πιό καθαρά τα πράγματα. Το γράψιμο. Όλα άρχισαν την Κυριακή που πήγα στον όμιλο να κεράσω τον Φίλιππο γιά τα γενέθλιά μου. Ο καιρός ήταν βαρύς- καμιά σχέση με την λιακάδα της προηγούμενης φοράς- αλλά περάσαμε μία ευχάριστη ωρίτσα με ουζάκια, μεζεδάκια και κουβεντούλα γιά Στωικούς. Μιλήσαμε αρχικά γιά τις δυνατότητες εφαρμογής της σκέψης τους στην σημερινή πραγματικότητα κι έπειτα ο Φίλιππος μου εξήγησε την έννοια των προκοπτόντων, το γιατί ο Γκονζάλες θεωρεί τα γραφτά των Στωικών εγχειρίδιο επιβίωσης, κι άλλα παρόμοια που καθόλου δεν με απασχολούν αυτή τη στιγμή. Ήταν την ώρα που αλλάξαμε θέμα και αρχίσαμε να μιλάμε γιά την αγορά και τα προβλήματά της όταν άνοιξε ο ουρανός κι άρχισε να κατεβάζει ποτάμια. Η προπόνηση σταμάτησε όπως ήταν φυσικό κι ο Θοδωρής ήρθε μούσκεμα, τρέμοντας απ` το κρύο. Μέχρι ν` αλλάξει με την βοήθεια του πατέρα του έμεινα να κοιτάζω έξω απ` το τζάμι την βροχή και τον κόσμο που έτρεχε να φυλαχτεί. Κι ήταν τότε που την είδα πρώτη φορά. Μικροκαμωμένη αλλά καθόλου εύθραυστη, όμορφη χωρίς επιτήδευση, με μιά ζωντάνια που έμοιαζε να αναβλύζει απ` τους πόρους του κορμιού της, σταμάτησε το μικρό της αυτοκίνητό κοντά στην πόρτα του ομίλου και πήδηξε έξω με μιά ομπρέλα στο χέρι και μιά δεύτερη γυναίκα να την ακολουθεί κολλημένη πάνω της γιά φυλαχτεί απ` χοντρές σταγόνες. Μπήκαν φουριόζικα, άφησαν την ομπρέλα να στάζει δίπλα στη πόρτα, πλησίασαν με χαμόγελα και οικειότητα ένα σερβιτόρο και μίλησαν γιά λίγο μαζί του. Μαγνητισμένος, άφησα τα μάτια μου να ξεκουράζονται πάνω της, παρακολουθώντας τις χαριτωμένες χειρονομίες που συνόδευαν τις κινήσεις των χειλιών της. Η έκπληξή μου ήταν τεράστια όταν αυτός σήκωσε το χέρι και τους έδειξε εμένα κουνώντας τους ώμους απολογητικά. Τις είδα να πλησιάζουν διστακτικά, να στέκονται πάνω απ`το τραπέζι σφίγγοντας τις τσάντες τους κι έπειτα άκουσα την φωνή της ελαφρά βραχνή, μελωδική και κάπως ντροπαλή:
“Συγνώμη, ψάχνουμε τον Φίλιππο. Μας είπαν ότι καθόσασταν μαζί μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα.”
“Αλήθεια είναι”, είπα καθώς σηκωνόμουν όρθιος. “Πήγε με τον γιό του στα αποδυτήρια γιά να αλλάξει ρούχα ο Θοδωρής που βγήκε μουσκεμένος. Θα επιστρέψει όπου να`ναι, καθίστε να τον περιμένετε.”
“Ευχαριστώ”, χαμογέλασε τείνοντας το χέρι. “Λέγομαι Λυδία κι είμαι η αδερφή του. Από εδώ η Μαρία, η γυναίκα του. Είμασταν σε μιά φίλη εδώ κοντά όταν άρχισε να βρέχει και η Μαρία ανησύχησε γιά το πως θα γυρίσουν σπίτι. Ξέρετε ο αδερφός μου δεν αφήνει εύκολα την μηχανή του, ούτε καν μέρες σαν τη σημερινή.”
“Ναι το πρόσεξα”, συμφώνησα ρίχνοντας μιά γρήγορη ματιά στο εξακοσαπενηντάρι που μούλιαζε έξω, καθώς έσφιγγα χαλαρά την παλάμη της.
“Εγώ είμαι ο Κώστας Παρμενίδης.” “Χαιρόμαστε πολύ”, ακούστηκε η Μαρία που έτεινε με τη σειρά της το χέρι. “Μέλος του ομίλου;”
“Α, μπα, όχι” γέλασα, ανταλλάσοντας γιά δεύτερη φορά χειραψία. “Απλώς, φίλος του Φίλιππου.”
Είδα να μάτια της να ζαρώνουν με δυσπιστία και μούτζωσα νοητά τον εαυτό μου.
“Συζητάμε καμμιά φορά στο Ίντερνετ” συμπλήρωσα.
“Α! Ώστε ανήκετε κι εσείς στη λέσχη των ξενύχτηδων;” ρώτησε η Λυδία με μιά περιπαιχτική λάμψη στα μάτια.
“Ε, καμιά φορά μπαίνουμε και μέρα”, μουρμούρισα χαζά, με τα μάτια καρφωμένα στα λακάκια που σχηματίζονταν στα μάγουλά της. Έδειχνε να `ναι στην ηλικία μου με κοντά καστανά μαλλιά, πράσινα πελώρια μάτια, και φορούσε μιά εφαρμοστή μπλούζα μ`ένα μάλλον σεμνό άνοιγμα στο στήθος. Ήταν απόλαυση να την κοιτάς αλλά παρ` όλα αυτά βασανιζόμουν έτσι που καθόμουν απέναντί της, γιατί έπρεπε να επιστρατεύσω κάθε μόριο της θέλησής μου ώστε να κρατήσω τα μάτια μου μακριά απ` το χώρισμα του στήθους της. Ακολούθησε μιά μικρή δυσάρεστη σιωπή που πρώτη έσπασε η Μαρία:
“Πάω να δω γιατί αργούν”, είπε μ` ένα τίναγμα. “Δεν κάνει να μένει βρεγμένο το παιδί, ακόμη καλά καλά δεν συνήλθε απ` το προηγούμενο κρυολόγημα.”
Μείναμε μόνοι να κοιταζόμαστε αμήχανα. Κατέβασα τα μάτια τάχα γιά να πάρω τον αναπτήρα αλλά στην πραγματικότητα γιά να τα ξεκολλήσω απ` το στήθος της. Τα πόδια της είχαν μιά αστεία τάση να γυρνούν προς τα μέσα κι οι μύτες απ` τα μποτάκια της σχεδόν ακουμπούσαν η μιά την άλλη.
“Ο Φίλιππος είπε ότι δουλεύετε μαζί στο μαγαζί”, είπα με τον αναπτήρα να κάνει μικρές τούμπες ανάμεσα στα δάχτυλά μου.
“Ναι, πάνε δώδεκα χρόνια τώρα που τ` ανοίξαμε”, κούνησε το κεφάλι. “Σε καλύτερες μέρες της αγοράς από ότι σήμερα”, συμπλήρωσε χαμογελώντας μελαγχολικά.
“Καταλαβαίνω τι εννοείς”, είπα θλιμμένα. “Έχω ένα μαγαζί με κατοικίδια ζώα, τροφές και αξεσουάρ λίγο πιό κάτω απ` το δικό σας.”
“Τι μου λες;” αναπήδησε μ` ενδιαφέρον. “Γιά λέγε, γιά λέγε. Αποφάσισα τελευταία να πάρω μιά γάτα. Τις αγαπάω τις γάτες από μικρή, αλλά οι γονείς μου ούτε να ακούσουν δεν ήθελαν γιά ζώο στο σπίτι. Τάϊζα βέβαια πολλές στην αυλή, αλλά δεν είναι το ίδιο.”
“Όχι δεν είναι”, συμφώνησα χαρούμενος που μπορούσα να κάνω παιχνίδι σε δικό μου γήπεδο. “Σκέφτεσαι καμιά ράτσα ή δεν σε νοιάζει;” “Όχι καλέ, τι ράτσες και ρατσιστικά”, γέλασε. “Θα μαζέψω κανά κεραμιδόγατο να κάνω και ψυχικό. Που το `χεις το μαγαζί; Μάλλον θα σε χρειαστώ μες τη βδομάδα.”
Της έδωσα μιά κάρτα με την διεύθυνση και το τηλέφωνο του μαγαζιού και σηκώθηκα να κάνω χώρο στον Φίλιππο που επέστρεφε με την γυναίκα και τον γιό του.
“Α, γνωριστήκατε βλέπω, ωραία”, είπε ο Φίλιππος καθώς έπεφτε βαρύς στην πολύθρονα. “Μιλούσαμε γιά την γάτα που θα πάρω”, χαμογέλασε η Λυδία κοιτώντας με βαθιά στα μάτια. Ένοιωσα να πνίγομαι από ένα σφίξιμο στο στήθος και το χέρι μου έψαξε γιά σωσίβιο στο πακέτο με τα τσιγάρα.
“Θέλει κανείς;” θυμήθηκα να ρωτήσω.
“Ευχαριστούμε, εγώ το έκοψα πριν από καιρό και τα κορίτσια δεν καπνίζουν”, απάντησε ο Φίλιππος.
“Κι εγώ προσπάθησα πολλές φορές”, ομολόγησα με κάποια ντροπή. “Πως τα κατάφερες;”
“Με δυσκολία”, χαμογέλασε ο νέος μου φίλος. “Αλλά δεν έχει σημασία. Αυτό που μετράει είναι να το θέλεις στ` αλήθεια και να μη παραιτηθείς. Όσες φορές κι αν νικηθείς, φτάνει μιά νίκη γιά να ακυρώσεις όλες τις ήττες.”
Έμεινα να τον κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό.
“Κάτι μου θυμίζει αυτό”, είπα στο τέλος. “Επίκτητο”, απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους. “Γιατί σου κάνει εντύπωση; Δεν σου ΄λεγα πριν λίγο ότι σχεδόν το σύνολο της σκέψης του μπορεί να βρει εφαρμογή σε καθημερινά σύγχρονα ζητήματα;”
“Το`λεγες”, κούνησα το κεφάλι ανάβοντας το τσιγάρο που κρατούσα.
Η Λυδία ήρθε δυό μέρες μετά να αγοράσει γατοτροφές και πλαστικά σκεύη γιά την γάτα της. Είχε υιοθετήσει ένα γκριζόλευκο γατάκι που φρόντιζε από μέρες. Την κέρασα καφέ κι έμεινε κανά μισάωρο. Μιλήσαμε γιά διάφορα, αστειευτήκαμε, γελάσαμε, κι όταν γύρισε να φύγει ένοιωσα περισσότερο μόνος από ποτέ.
“Να περνάς...όχι μόνο γιά τροφές”, της φώναξα στην πλάτη την ώρα που ξεμάκραινε προς το μαγαζί της. Γύρισε μιά στιγμή, μου `ριξε ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις και συνέχισε βιαστική. Έκλεισα την πόρτα και σωριάστηκα στην καρέκλα πίσω απ` το ταμείο.
“Τι κάνεις ρε καθίκι;” άκουσα την γνώριμη φωνή να ουρλιάζει μές το κεφάλι μου. “Την αδερφή του Φίλιππου ρε; Του μόνου ανθρώπου που σε πλησίασε σαν φίλος απ` την μέρα που πάτησες το πόδι σου εδώ;”
“Άντε παράτε με” μουρμούρισα, όχι πολύ πειστικά . “Τι προτείνεις δηλαδή; Την αδερφή κανενός εχθρού μου; Κι έπειτα λίγη κουβέντα κάναμε, που είναι το κακό;”
“Στο νου σου είναι το κακό ρε ντενεκέ ξεγάνωτε, στο νου σου”, γαύγισε η φωνή. “Δεν σταμάτησες να την ξεντύνεις με τα μάτια όσο σού μιλούσε...”
“Ε, μάτια είναι, κοιτάζουν, τι να κάνουμε τώρα; Κι έπειτα, το στήθος της κολάζει άγιο. Εγώ φταίω;" σιγογέλασα. "Άντε σκάσε τώρα να δουλέψουμε και λίγο.”
Δεν έσκασε. Συνέχισε να με τυρρανάει μέχρι που σιγά σιγά άρχισα να πιστεύω ότι το ενδιαφέρον μου γιά την Λυδία, πρόδιδε την εμπιστοσύνη του φίλου μου. Το σκέφτηκα λίγο και αποφάσισα να το αφήσω το πράγμα, κι όπου πάει μόνο του.
“Βλέπουμε και κάνουμε”, που έλεγε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Αλάνθαστη προσέγγιση. Και να που ξανάρθε. Όχι γιά τροφές. Γιά μένα!

Κυριακή 10 Απριλίου 05

Άντε πάλι. Να υπήρχε ένας τρόπος να καταργηθούν οι ρημάδες οι Κυριακές! Έχει πάει εννιά το βράδυ και δεν έχω μιλήσει σε άνθρωπο. Τουλάχιστον τις εργάσιμες κάποιος μπαίνει, κάτι λέμε. Αποσπάται ο νους μου απ` την Λυδία και τα προβλήματα της δουλειάς. Αν κι αυτά τα σκέφτομαι πιά ολοένα και λιγότερο, έτσι που η σκέψη μου δεν μπορεί να ξεκολλήσει απ` τα μάτια της. Καθάρισα, τάϊσα, ταχτοποίησα εμπορεύματα, συμμάζεψα το δωμάτιο μου, έβαλα μπουγάδα, και τώρα κάθομαι άλλη μιά φορά στο μικρό γραφειάκι κουβεντιάζοντας με τον υπολογιστή, ελλείψει άλλου να μ` ακούσει. Δίπλα μου αχνίζει ένας τραχανάς, ακουμπισμένος στα βιβλία του Τζακ Λόντον που πρέπει αύριο να επιστρέψω στη Βιβλιοθήκη. Καλά βιβλία, αλλά το Κάλεσμα της άγριας φύσης μ` άρεσε περισσότερο. Ίσως γιατί δεν ήταν πολιτικοποιημένο. Με κουράζουν πιά, τόσο οι πολιτικολογίες, όσο και τα “δήθεν”. Κι εδώ που τα λέμε το πνεύμα της, καλογραμμένης κατά τ` άλλα, Σιδερένιας φτέρνας δεν μου φάνηκε να ταιριάζει στον πιό καλοπληρωμένο συγγραφέα της εποχής του, με τα κότερα και τις σπιταρώνες του. Θα μου πεις, που να την βρεις την συνέπεια σε τούτο τον ντουνιά; Όσοι την έχουν αγιάζουν, ή γίνονται ήρωες, ή φοράνε την ταμπέλα του γραφικού ή ακόμη... Άσε καλύτερα, είμαι που είμαι χάλια, μην πιάσω και τα σοβαρά τώρα. Ο τραχανάς είναι θαύμα και μου ζεσταίνει τα μέσα μου. Άντε να βγει κι αυτός ο χειμώνας μήπως και δούμε Θεού πρόσωπο. Το κρύο το φετινό θα το θυμάμαι γιά πολύ καιρό. Δυό φορές παγώσανε οι σωλήνες και την έβγαλα -εγώ και τα ζωντανά- με εμφιαλωμένο. Περιέργως ήρθαν χθες και μου πλήρωσαν μερικά βερεσέδια, πράγμα που βοηθάει να ατενίσω με αισιοδοξία την επόμενη βδομάδα. Λοιπόν το έχω προσέξει επανειλημμένα, εκεί που φοβάσαι το χειρότερο αυτό περνάει χωρίς να σ` αγγίξει, κι εκεί που είσαι άνετος κι ωραίος σου έρχεται το ζόρι απ` τη κατεύθυνση που ούτε να φανταστείς μπορούσες. Λες κι υπάρχει κάποιου είδους φάρσα που παίζεται στην πλάτη σου.
“Ωραία, μπράβο! Αρχίσαμε πάλι τις αμπελοφιλοσοφίες. Εμπρός γιά Διαδυκτιακές συζητήσεις πριν χαθεί ο οίστρος”, ακούω την φωνούλα ξανά μες στο κεφάλι μου – άντε και σχεδόν μου είχε λείψει τελευταία...
Στα Ταξίδια η Nychta μόλις γύρισε από την Γερμανία και ξεκίνησε ένα σχετικό θέμα. Περιγράφει την φύση και τις πόλεις με ανυπόκριτο θαυμασμό. Από κάτω ο Ράμπο την επιβεβαιώνει και προσθέτει στα θαυμαστά της χώρας το ανεπτυγμένο αίσθημα ζωοφιλίας, σε αντίθεση με το "έλλειμα ζωοφιλίας" στη χώρα μας. Ο Βαγγέλης, που φαίνεται να διακατέχεται από την λογική του Δηλιγιάννη –“Η γνώμη μου; Μα η αντίθετη απ` του Τρικούπη”- του ρίχνεται επιχειρηματολογώντας υπέρ της ελληνικής φιλοζωίας. Η συζήτηση αναπόφευκτα φτάνει στα αδέσποτα και η Nychta επισημαίνει την έλλειψή τους στις προηγμένες ζωοφιλικά χώρες. Περισσότερο γιά να απαλύνω την πλήξη μου και λιγότερο επειδή θέλω να πάρω μέρος στον αέναο καβγά μεταξύ Ράμπο και Βαγγέλη, συνδράμω με την σοφία που αποκόμισα κατά την ενασχόλησή μου με σκυλιά και γατιά:
“Πως εξηγείτε το ότι δεν υπάρχουν έξω αδέσποτα και υπάρχουν εδώ;”
Το στέλνω και αποτελειώνω τον τραχανά που έχει κρυώσει κι έχει γίνει μιά αηδία και μισή. Ανάβω το τελευταίο τσιγάρο του δεύτερου πακέτου και σηκώνομαι γιά να γεμίσω ένα νεροπότηρο με κόκκινο χύμα κρασί. Τελειώνοντας το τσιγάρο η απάντηση της Nychta με κάνει να χαμογελάσω. Ήταν ακριβώς αυτή που περίμενα:
“Υποθέτω πως δεν πετάνε τα σκυλιά τους στο δρόμο, όπως μερικοί -μερικοί εδώ.”
Πίνω μερικές μικρές γουλιές ενώ στριφογυρνάω στο νου μου το μήνυμα που θα της στείλω.
Το κρασί είναι αρκετά καλό γιά χύμα, με μιά υποψία αρώματος από μοσχάτο σταφύλι. Το ποτήρι είναι μισοάδειο όταν πιάνω το πληκτρολόγιο να γράψω, και ξαφνιασμένος ανακαλύπτω πως έχει μπει στη συζήτηση και ο Traveler:
“Και τότε πως γίνεται να γεμίζουν τα εκεί καταφύγια αδεσπότων, σε βαθμό που τα ζώα να εκτελούνται μαζικά ώστε να αδειάσει χώρος γιά να μπούν τα επόμενα; Έχεις υπ` όψιν σου ότι τo καταφύγιο αδεσπότων στο Αμβούργο έχει το παρατσούκλι στρατόπεδο θανάτου κι ότι τα πιό πολλά ζώα που γλυτώνουν από `κεί είναι γιατί τρέχουν να τα υιοθετήσουν Αυστριακοί ευαισθητοποιημένοι από δελτία ειδήσεων;”
Το μήνυμά του με αφήνει άφωνο. Γράφω στα γρήγορα:
“Είσαι βέβαιος; Ετοιμαζόμουν να απαντήσω στην Nychta ότι ίσως στην Ελλάδα υπάρχουν αδέσποτα γιατί οι άνθρωποι τα ταϊζουν. Εννοώ, πως λόγω της δουλειάς μου συναναστρέφομαι καθημερινά με ανθρώπους που ξοδεύουν απ` το υστέρημά τους γιά να ταϊσουν αδέσποτα της γειτονιάς τους. Αλλά αν η αιτία είναι ότι απλά στην Ελλάδα γίνονται λιγότερες ευθανασίες, τότε τι να πω...αλλάζει ολόκληρη η εικόνα.”
Τα τσιγάρα μου έχουν τελειώσει. Μέχρι να πάω και να `ρθω στο περίπτερο ο Traveler έχει απαντήσει. Λακωνικά και χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης:
“Κοίτα στο περιοδικό Κάπα της σημερινής Καθημερινής.”
Με διαφορά δευτερολέπτων η Νεφέλη συνηγορεί υπέρ του Traveler:
“Έτσι και χειρότερα είναι Πέτμαν. Οι ευθανασίες είναι στη καθημερινή διάταξη έξω. Και μάλιστα με ελάχιστη αντίδραση. Μη κοιτάς που αν γίνει κάτι τέτοιο εδώ ξεσηκώνονται κι πέτρες. Θέλεις μερικούς αριθμούς; To 56o/o των σκύλων που μπαίνει σε κυνοκομεία των Η.Π.Α. θανατώνεται. Αυτό σημαίνει, ανάλογα με τη χρονιά, 6-15 εκατομμύρια ευθανασίες σκύλων (καλά διάβασες, εκατομμύρια!). Οι αριθμοί αυτοί αφορούν καταφύγια αδεσπότων, χωρίς να υπολογίσουμε ευθανασίες σε άλλους χώρους όπως π.χ. κτηνιατρεία και κλινικές. Αλλά και στην Ευρώπη μη νομίζεις ότι τα νούμερα είναι καλύτερα...”
Μένω προσπαθώντας να χωνέψω όσα διαβάζω, καπνίζοντας. Ενώ σβήνω το τελειωμένο τσιγάρο ένα νέο μήνυμα έχει προστεθεί μεγαλώνοντας την ταραχή μου. Αυτή τη φορά απ` τον Φίλιππο:
“Αυτά είναι τα τυχερά. Κοιμούνται και δεν ξυπνάνε. Τα άλλα να λυπάστε...”
“Ποιά άλλα; Εννοείς αυτά που γυρνάνε στο κρύο πεινασμένα;” ρωτάω. “Όχι. Αυτά που καταλήγουν σε εργαστήρια γιά πειράματα. Διάβασα γιά δέκα περίπου εκατομμύρια ζώα μόνο στην Ευρώπη σε διάστημα ενός έτους. Τα στοιχεία ήταν του 1999, αν θυμάμαι καλά”, απαντά ο Φίλιππος. Χρειάζονται μόνο 7 λεπτά γιά εμφανιστεί, εριστικός ως συνήθως, ο Βαγγέλης: “Γιά μιά στιγμή! Μην τρελαθούμε! Με τι θα πειραματιστούν δηλαδή οι επιστήμονες προκειμένου να σπρώξουν στον 21ο αιώνα την ιατρική;”
Η αίθουσα μηνυμάτων έχει αδειάσει κι έτσι η ερώτησή του μένει αναπάντητη. Αφήνω τον υπολογιστή ανοιχτό και αυξάνω την ένταση του ήχου στην δεκαεξάρα τηλεόραση. Συνδεδεμένη με τον δορυφορικό δέκτη διαλύει την σιωπή της κάμαράς μου. Οι νότες από τον Μολδάβα του Σμέτανα κυλούν κελαριστές απ` το ελβετικό στούντιο εκεί ψηλά, περνούν απ` τα αυτιά μου και καταλήγουν στην ψυχή μου, αφήνοντας μιά γλυκιά μελαγχολική ζεστασιά. Γέρνω πίσω με τα μάτια κλειστά και ταξιδεύω στην παγωμένη Τσεχία, προσπαθώντας να φανταστώ τα νερά του Μολδάβα να διασχίζουν την καταπράσινη χώρα. Πού είχα διαβάσει ότι καλύπτεται από δάση; O Μολδάβας τελειώνει -δυστυχώς- και ξανακοιτάω στην αίθουσα συζητήσεων. Δεν υπάρχει ψυχή. Ούτε στα Ταξίδια, ούτε πουθενά αλλού. Να πάρει...μ` αφήσανε μόνο και δεν νυστάζω καθόλου. Το Swiss classic αρχίζει να αναμεταδίδει κάποια όπερα. Εδώ τα χαλάμε. Δεν μ` αρέσουν οι όπερες. Κλείνω τηλεόραση και δορυφορικό δέκτη και βάζω μιά χιλιοπαιγμένη κασέτα στο ξεχαρβαλωμένο μου φτηνιάρικο ηχοσύστημα.
“Δεν τρέχει τίποτα Στελάρα... Στην υγειά σου”, υψώνω το ποτήρι μισοζαλισμένος. “Όσο έχω εσένα δεν φοβάμαι τίποτα. Μαζί θα γουστάρουμε άποψε, έτσι λεβέντη μου;”
Νοιώθω τα μάτια μου να τσούζουν στις πρώτες στροφές της κασέτας:

“Δυό πόρτες έχει η ζωή...”

Ο Στέλιος παραδίδει μαθήματα φιλοσοφίας γιά προχωρημένους. Το χέρι κινείται αυτόματα στο κουμπί της έντασης. Μιά βιαστική ματιά στην ώρα. Φτού! Είναι κι όλας εντεκάμισυ. Καρφώνω βιαστικά το βύσμα στο μηχάνημα, φοράω τα ακουστικά στα αυτιά και γυρνάω τέρμα το κουμπί :

"...άνοιξα μιά και μπήκα..."

Αδειάζω το ποτήρι μου και το ξαναγεμίζω ενώ το τραγούδι τελειώνει. Στην μικρή παύση που μεσολαβεί σκουπίζω ήρεμα ένα δάκρυ. Καμιά ντροπή, δεν με βλέπει κανείς κι ένας σκασμός πιοτό γιά άλλοθι. Οι πενιές που διαδέχονται την μικρή σιωπή ηλεκτρίζουν το μισοσκόταδο γύρω μου, αστέρια που φεγγοβολούν στην αποψινή κόλαση. Το μπουζούκι σπαράζει. Ο λυγμός του Στέλιου βάλσαμο στα σπλάχνα που με καίνε:

"Όταν μεθάει ο άνθρωπος κανείς να μην τον κρίνει... "

Το τσιγάρο που ανάβω τρέμει στα δάχτυλα. Το κρασί κατεβαίνει σαν νερό. Χρειάζομαι κάτι πιό δυνατό. Ο Στέλιος τελειώνει και αναλαμβάνουν να με συντροφέψουν οι Χαϊνηδες:

“Σε περιβόλι μοναχός
πως ζεις καημένε κρίνε
αμάν αμάν,
πως ζεις καημένε κρίνε..."

Κάπου είχα ένα μπουκάλι τσίπουρο που μου είχε φέρει ο Νίκος απ` το χωριό. Γεμίζω ένα σφηνάκι και το κατεβάζω μονορούφι. Με καίει και με χτυπάει στο κεφάλι σαν βαριοπούλα. Οι Χαϊνηδες συνεχίζουν να κεντούν την θλίψη τους στο μυαλό μου:

"...σαν τον καημό της μοναξιάς
άλλος καημός δεν είναι...”

Κατεβάζω την ένταση και βγάζω την κασέτα με μιά νευρική άτσαλη κίνηση. Αρπάζω μιά άλλη απ` το σωρό και την βάζω -όχι την καρφώνω- στο μηχάνημα πατώντας το κουμπί. Χριστέ, βοήθα να βγεί η νύχτα...

“...Hold on, hold on
you have gambled with your own life...”

Από την άλλη άκρη του κόσμου ο Πήτερ Γκάμπριελ μ` αρπάζει απ` το γιακά και με ξαναστήνει όρθιο τη στιγμή που τα γόνατα πάν` να διπλώσουν. Σηκώνομαι μ`ένα βογγητό και βγάζω τα ακουστικά τραβώντας γιά το υπόγειο. Μου`ρχεται να ουρλιάξω κι αν δεν καταφέρω να κρατηθώ, καλύτερα να γίνει κάτω μη ξυπνήσω κανέναν και πλακώσει το εκατό.

Δευτέρα 11 Απρ. 05

“Δεν γίνονται όλα τα πειράματα γιά ιατρικούς σκοπούς, κι ούτε γίνονται όπως τα φαντάζεσαι.”
Το μήνυμα του Traveler που απαντά στον Βαγγέλη, είναι το πρώτο που διαβάζω πίνοντας τον πρωινό καφέ μου. Τις τελευταίες μέρες έχω αρχίσει να μπαίνω στις αίθουσες μηνυμάτων και πρωινά, σε μιά προσπάθεια να γεμίσω τις άδειες ώρες μου. Τελειώνοντας τον καφέ μου καταπιάνομαι με την καθημερινή καθαριότητα. Κλουβιά, πάτωμα και συναφή. Μέχρι να τελειώσω έχει πάει δέκα. Από πελατεία, ούτε ψυχή. Ξανακάθομαι στον υπολογιστή με τον δεύτερο καφέ της μέρας στο χέρι.
“Τι εννοείς;” ρωτάει ο Ζ81 τον Traveler.
Έχω που έχω τα χάλια μου από την ώρα που ξύπνησα- με τυρρανάει κεφαλόπονος και ναυτία- η απάντηση του Traveler πέφτει στο στομάχι μου σαν χαριστική βολή. Τρέχω στην τουαλέτα πριν τελειώσω την ανάγνωση.
Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ξανακάθομαι μπροστά στην οθόνη ταραγμένος και αηδιασμένος. Είχα ακούσει πολλά αλλά αυτό πιά παραείναι. Στο μακροσκελέστατο κείμενο που έχει ανεβάσει, αναφέρονται ονόματα Ευρωπαϊκών χωρών που αγνοώντας κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιούν αδέσποτα σκυλιά γιά πειράματα, χωρίς παυσίπονα και αναισθητικά και χωρίς τον κατάλληλο συντονισμό ώστε να αποφευχθούν άσκοπες επανάληψεις των ίδιων πειραμάτων από διαφορετικούς ερευνητές. Διαβάζω με ανάμικτα συναισθήματα φρίκης, οργής και απορίας. Ο Traveler δείχνει άριστα πληροφορημένος ακόμη κι όταν αναφέρει πράγματα που κανονικά θα έπρεπε να θεωρούνται απόρρητα, όπως δοκιμές όπλων νέας τεχνολογίας πάνω σε σκυλιά.
“Δεν έχω πρόθεση να σε αμφισβητήσω, αλλά που τα βρήκες όλα αυτά;” γράφω απορημένος και κάνω κλικ στο Αποστολή.
Περιμένω γιά λίγο την απάντησή του, αλλά αποδεικνύεται μάταιο. Μάλλον ο πρωινός του καφές τελείωσε κι άρχισε τη δουλειά. Γυρνάω κι εγώ στα δικά μου. Σιγά σιγά αρχίζει να μπαίνει κόσμος κι ο θόρυβος της ταμειακής ηχεί στ` αυτιά μου σαν μελωδία του Μότσαρτ. Θα έπρεπε να το περιμένω. Η περισσότερη δουλειά πέφτει πάντα όταν με δυσκολία μπορώ να σταθώ στα πόδια μου. Εξυπηρετώ τους πελάτες με χαμόγελα και αστειάκια, προσέχοντας να στέκομαι σε απόσταση ώστε να μη τους ρίξω κάτω ξερούς με την αλκοολούχα αναπνοή μου. Όταν βρίσκω χρόνο να ξανακοιτάξω το ρολόι μου είναι κιόλας προχωρημένο μεσημέρι Παραγγέλνω δυό σάντουιτς με γύρο και ρίχνω μιά ματιά στον υπολογιστή. Ο Traveler έχει απαντήσει.
“Τα γράφουν οι εφημερίδες. Αν κάποιος ενδιαφέρεται και κρατάει αποκόμματα, δεν αργεί να αντιληφθεί τι συμβαίνει. Αρκεί να τα συνδυάσει.” Καλός και χρυσός ο τύπος, αλλά με το τσιγκέλι του τα βγάζεις τα λόγια.
“Απ` ότι φαίνεται εσύ τα συνδύασες και κατέληξες σε συμπεράσματα”, γράφω. “Δεν θέλεις να τα μοιραστείς μαζί μας;”
Η απάντηση έρχεται σχεδόν αμέσως : “Εχθές σου πρότεινα να ρίξεις μιά ματιά στο ένθετο της Καθημερινής. Νομίζω αν το κάνεις θα σου λυθούν αρκετές απορίες. Εν πάσει περιπτώσει υπάρχει εκεί ένα άρθρο, σε κάποιο σημείο του οποίου ο αρθρογράφος αναρωτιέται γιατί κάποιοι ξένοι φιλόζωοι αφήνουν τα δικά τους αδέσποτα να θανατώνονται σε κυνοκομεία, λόγου χάριν σαν του Αμβούργου, κι έρχονται στην Ελλάδα να μαζέψουν τα δικά μας γιά να τα μεταφέρουν στη χώρα τους. Τον Φλεβάρη που μας πέρασε κατασχέθηκε στο λιμεναρχείο Πειραιά ένα φορτίο πενηνταοχτώ σκυλιών που ταξίδευε γιά Γερμανία. Δεν ήταν το μόνο. Μιά εφημερίδα της Κρήτης ονόματι Πατρίς έγραψε πέρσι τον Σεπτέμβρη ότι μόνο από το Ηράκλειο στέλνονται στο εξωτερικό εξήντα έως ογδόντα ζώα κάθε μήνα. Επειδή κατασχέσεις σαν αυτή του λιμεναρχείου Πειραιά που προανέφερα δεν γίνονται συχνά, πρέπει να υποθέσουμε ότι φτάνουν τελικά στον προορισμό τους. Όμως αναρωτιέμαι...ποιός είναι αυτός ο προορισμός;” Διαβάζω το μικρό κείμενο τρομαγμένος. Στο νου μου έρχεται το χαρτί που είχα κολλημένο στο τζάμι το περασμένο καλοκαίρι:
“Χαρίζονται ημίαιμα κανίς, πληροφορίες εντός.” Τα είχε γεννήσει η σκύλα ενός πελάτη και ο άνθρωπος βιαζόταν να τα ξεφορτωθεί πριν του καταστρέψουν το σπίτι. Ο μακρυμάλλης τουρίστας με τα καλούτσικα ελληνικά που μπήκε γιά να ρωτήσει σχετικά, μου είχε φανεί μιά χαρά παλικάρι. Ήθελε, είχε πει, και τα τρία.
“Και τα τρία;” τον είχα ρωτήσει έκπληκτος. “Γιά να έχουν παρέα. Λείπω πολλές ώρες στη δουλειά”, είχε χαμογελάσει αφοπλιστικά.

Τετάρτη 13 Απριλίου 05

Η Λυδία ξανάρθε σήμερα το απόγευμα. Το μαγαζί της δεν δουλεύει Τετάρτη απόγευμα κι έτσι πέρασε να δει “αν κερνάω καφέ”, όπως είπε. Αν κερνούσα λέει; Μόνο καφέ; Ότι είχα και δεν είχα κερνούσα. Δεν έπαψα να την σκέφτομαι στιγμή απ` την περασμένη Παρασκευή κι αν δεν φοβόμουν μη σηκώσει ο Φίλιππος το τηλέφωνο θα της είχα τηλεφωνήσει χίλιες φορές στο μαγαζί της.
“Αν δεν φοβόμουν...” Εντάξει, δεν είναι ότι φοβάμαι στ` αλήθεια, αλλά τι να του πω του ανθρώπου; “Καλημέρα Φίλιππε, δως μου την αδερφή σου να της μιλήσω...δεν λέγεται...πολύ ξεφτίλα...”
Πιάσαμε να μιλάμε με τις ζεστές κούπες στα χέρια καθισμένοι δίπλα δίπλα στον μικρό καναπέ και σαν τέλειωσε ο καφές το γυρίσαμε σε ουίσκι. Γέμισε το δικό της μέχρι πάνω με νερό και τσούγκρισε το ποτήρι της πάνω στο δικό μου με τα μάτια της να λάμπουν.
“Στην υγειά μας”, φώναξε εύθυμα. “Στην υγειά μας” αντιγύρισα, ψάχνοντας κάποιο βαθύτερο νόημα σε εκείνο το “...μας” που ακούστηκε απ` το στόμα της.
“Βλακείες αγόρι μου. Φαντάζεσαι πράγματα απ` το τίποτε και πρέπει να σε δει γιατρός”, κορόϊδεψε η φωνούλα μέσα μου.
“Πρέπει οπωσδήποτε να με δει, γιά να μ` απαλλάξει από σένα”, απάντησα νοερά, ενώ προσπαθούσα να μη χάσω λέξη απ` όσα έλεγε η Λυδία. Φαίνεται πως είναι οικογενειακό τους να σκαλίζουν τ` απίθανα και να τα κάνουν να φαίνονται ενδιαφέροντα. Μετά τον Φίλιππο και τους Στωικούς του, ήταν η σειρά της αδερφής του να με αρχίσει στις φιλοσοφίες και τα συναφή. Μόνο που αυτή φαίνονταν να κλίνει κατά Ινδία μεριά. Μιλούσε γιά κάτι τσάκρα, μετεμψυχώσεις και άλλα περίεργα, κι εγώ την άκουγα γερμένος μπροστά, αδιαφορώντας γιά τα πάντα εκτός απ` τον ήχο της φωνής της.
“Σαν μουσική που μπορώ να ακούω γιά πάντα”, σκέφτηκα.
“Γιά πάντα; Τι λες ρε βλαμμένε; Ώρες είναι να μας πεις ότι την ερωτεύτηκες κιόλας;” ακούστηκε πάλι η φωνή. Ταράχτηκα. Ερωτευμένος; Με την Λυδία;
“Έι, πλανήτης Γή καλεί Κώστα” άκουσα την Λυδία να γελάει. “Σε ζάλισα μου φαίνεται.” “Οχι, καθόλου” διαμαρτυρήθηκα. “Απλά, σκεφτόμουν πόσο διαφορετικά βλέπεις τα πράγματα από τον αδερφό σου.”
“Και ναι και όχι” ξαναγέλασε. “Υπάρχουν σίγουρα διαφορές με τον Στωικισμό που έχει επηρεάσει τον αδελφό μου αλλά υπάρχουν επίσης και ομοιότητες.”
“Μου φαίνεται πολύ περίεργο”, ομολόγησα ξαφνιασμένος. “Πίστευα πάντα πως ο ινδικός τρόπος σκέψης είναι πολύ μακριά απ` τον ελληνικό.”
“Κι όμως”, σοβάρεψε η Λυδία “υπήρξαν κοινά σημεία. Γιά παράδειγμα, η αντίληψη ότι υπάρχει μιά σειρά κόσμων που καταστρέφονται και ξαναδημιουργούνται είναι κοινή στους Στωικούς και στην Μπχαγκαβάτα-Πουράνα.”
Δεν είχα ιδέα τι ήταν η Μπχαγκαβάτα-Πουράνα, αλλά μόρφασα εντυπωσιασμένος. “Ενδιαφέρον! Πολύ περισσότερο αν σκεφτεί κανείς ότι αυτή η αντίληψη μοιάζει και με την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης”, σχολίασα.
“Της ποιάς;” ρώτησε.
“Του Big Bang” εξήγησα χαμογελώντας. “Της θεωρίας που λέει ότι το Σύμπαν εξερράγη κάποια στιγμή από ένα αρχικό σημείο, κι αυτή τη στιγμή τελεί υπό έκρηξη. Κάποιοι επιστήμονες πιστεύουν ότι όταν τα κομμάτια του απομακρυνθούν κάποτε αρκετά, θα αρχίσουν να επιστρέφουν πάλι στο αρχικό σημείο. Κι όταν επιστρέψουν θα ξαναγίνει έκρηξη. Κι αυτό συνέβαινε πάντα στο παρελθόν και θα συμβαίνει πάντα στο μέλλον.”
“Μα βέβαια!” γέλασε. “Την έχω υπ` όψη μου, μόνο που συνήθως δεν την ακούω ως Μεγάλη Έκρηξη, και ξαφνιάστηκα. Δεν είναι εκπληκτικό το ότι αρχαίες επιστημονικές αντιλήψεις ταυτίζονται με τις σημερινές; Και το Big Bang δεν είναι παρά μόνο μιά απ` αυτές. Σου μίλησε ο Φίλιππος γιά τον Μάρκο Αυρήλιο και τα ιόντα;”
“Tι; Όχι...” ψέλισσα κατάπληκτος. “Πως έτσι; Είναι ένα απ` τα αγαπημένα του θέματα” είπε η Λυδία. “Υπάρχει ένα σημείο του κειμένου του Αυρηλίου που ο Φίλιππος είναι βέβαιος ότι αναφέρεται σε ιόντα. Πολύ προχωρημένη αντίληψη για `κεινη την εποχή, δεν βρίσκεις;” “Αδύνατον...θέλω να πω, το διάβασα το βιβλίο αλλά δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο”, μουρμούρισα σκεφτικός.
“Ε, δεν αναφέρονται στο αρχαίο κείμενο τα ιόντα μ` αυτό το όνομα, αλλά περιγράφονται με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια γιά αμφιβολίες” εξήγησε η Λυδία.
“Ξανακοίτα όταν μπορέσεις. Θα το βρεις στο έβδομο βιβλίο, παράγραφος πενήντα. Απ` το να το ακούω ξανά και ξανά, το `μαθα πιά απ` έξω.”
Το σημείωσα πρόχειρα στο τετράδιο με τις παραγγελίες και ανασήκωσα το φρύδι σε μιά αστεία γκριμάτσα: “Έχεις κι άλλα τέτοια περίεργα να μου πεις;”
“Όσα θέλεις” είπε ναζιάρικα καθώς σηκώνονταν με τα μάτια στο ρολόϊ της. “Κι όχι μόνο απ` την Ινδία”.
“Τι εννοείς;” απόρησα. “Άλλη φορά, δεν έχω τώρα χρόνο, άργησα”, είπε κάπως ανήσυχη. "Υποσχέθηκα να περάσω να πάρω τον Θοδωρή απ` τα αγγλικά".
“Δηλαδή μιλάς σοβαρά;” επέμεινα. Κοντοστάθηκε.
“Όπου σε έταξε η Μοίρα / βασιλιάς ή χαμάλης / παίξε το ρόλο σου ως το τέλος”, απήγγειλε. “Ξέρεις ποιός το `γραψε;” “Ο Επίκτητος, ή ίσως ο Κλεάνθης” απάντησα αβέβαιος. “Κάποιος Στωικός πάντως σίγουρα”.
“Δεν έπεσες και πολύ κοντά”, γέλασε. “Ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας Μεϊζί.” Άνοιξα το στόμα σαν χαζός και την συνόδευσα μέχρι την πόρτα, όπου έμεινε λίγο περισσότερο απ` ότι χρειάζονταν γιά να με αποχαιρετίσει. Με κοίταξε έντονα, μισάνοιξε τα χείλη σαν να `θελε κάτι να πει κι έπειτα έστρεψε να φύγει.
“Σ` ευχαριστώ που πέρασες. Να ξανάρθεις”, της πέταξα στην πλάτη. Γύρισε και με κοίταξε σοβαρά.
“Σειρά σου”, είπε κι απομακρύνθηκε.

Πέμπτη 14 Απριλίου 05

Την περίμενα. Δεν ήρθε. Η μέρα φάνηκε ατέλειωτη. Κάθομαι στο κρεβάτι με τα μάτια στο τηλέφωνο και περιμένω να χτυπήσει. Είναι ήδη έντεκα και είκοσι. Φοβάμαι ότι θα ξημερώσω περιμένοντας.

Παρασκευή 15 Απριλίου 05

Δεν ήρθε ούτε και σήμερα. Αναρωτιέμαι μήπως πρέπει να πάω να πιάσω τον Φίλιππο. Να του μιλήσω καθαρά:
“Ξέρεις φίλε, είμαι ερωτευμένος με την αδερφή σου...”
Κι αν με αρχίσει στα μπινελίκια; Το τελευταίο που χρειάζομαι τώρα είναι να μαλώσω μαζί του. Αλλά πάλι, σιχαίνομαι το εαυτό μου έτσι που κάθομαι να κλωσάω το τηλέφωνο. Οι ώρες περνάνε βασανιστικά αργά κι ούτε το Ίντερνετ μου προσφέρει κάποια παρηγοριά πλέον.

Σαββάτο 16 Απριλίου 05

Δεν ήρθε κι ούτε θα `ρθει. Κι είμαι ηλίθιος που την περιμένω.
“Σειρά σου.”
Το είπε όσο πιό καθαρά γινόταν. Μα τότε γιατί παριστάνω το θυρωρό, ακίνητος δίπλα στην πόρτα τόσες μέρες; Είμαι ηλίθιος, είμαι μπερδεμένος, νοιώθω άρρωστος...είμαι ερωτευμένος.

Κυριακή 17 Απριλίου 05

Νοιώθω σαν να μου χάρισαν τον κόσμο. Πήγα σήμερα στο Ιστιοπλοϊκό όμιλο. Νωρίς, πριν ανοίξει ακόμα. Ήταν αδύνατο να κοιμηθώ κι απ` το χάραμα γύρναγα πάνω κάτω στη παραλία. Ο Φίλιππος ταράχτηκε σαν με είδε. Θα πρέπει να φαινόμουν χάλια τώρα που το σκέφτομαι. Αξύριστος, ξάγρυπνος και νηστικός, πάλι καλά που δεν τρόμαξα το παιδί. Ξαπόστειλε όπως όπως τον Θοδωρή γιά προπόνηση κι έκατσε δίπλα μου σκεφτικός. “Λέγε”, είπε ανήσυχος. Κι εγώ του τα είπα. Χωρίς σάλτσες και μπλα μπλα. Καθαρά κι αντρίκια όπως είχα αποφασίσει στην διάρκεια της νύχτας.
“Και τι θέλεις τώρα;” ακούστηκε κάπως ψυχρά στο τέλος.
“Από σένα τίποτα”, είπα κοιτώντας τον ίσια στα μάτια. “Αλλά μου ξηγήθηκες σπαθί και δεν ήθελα να προχωρήσει το πράγμα με την Λυδία πίσω απ` την πλάτη σου.”
“Τι εννοείς να προχωρήσει; Που βρίσκεται τώρα το πράγμα δηλαδή;” ρώτησε αμήχανος. “Πουθενά δεν βρίσκεται”, τον έκοψα. “Ήθελα να μιλήσω μαζί σου πριν μιλήσω στην Λυδία.” Με κοίταξε σαν να`βλεπε Ούφο.
“Κι η Λυδία...” άρχισε. “Η Λυδία ενδιαφέρεται όπως κι εγώ, εκτός κι αν είμαι τόσο ανόητος που κατάλαβα άλλα αντ` άλλων”, μουρμούρισα.
“Μάλιστα”, ακούστηκε σκεφτικός. “Ε, λοιπόν υποθέτω πως αν τα βρίσκετε εσείς μεταξύ σας εμένα δεν μου πολυπέφτει λόγος”. Τον άκουσα να παίρνει βαθιά ανάσα κι έπειτα συμπλήρωσε: “Τέλος πάντων...ίσως κάποιος λόγος να μου πέφτει και μένα...αν της φερθείς σκάρτα...”
Άνοιξα το στόμα να διαμαρτυρηθώ μα το ξανάκλεισα. Τι νόημα έχει να δίνει κανείς εγγυήσεις σε τέτοιες καταστάσεις; Ο Φίλιππος το πρόσεξε, χαμογέλασε κι έμεινε γιά λίγο σκεφτικός με τα μάτια καρφωμένα στο σκαφάκι του Θοδωρή που γλυστρούσε ανάλαφρα στο γαλανό νερό. “Έφαγες πρωινό;” ρώτησε ξαφνικά.
“Όχι”, απάντησα ξαφνιασμένος. Με περιεργάστηκε κι έβαλε τα γέλια.
“Το φαντάστηκα”, είπε όταν μπόρεσε να βρει την αναπνοή του. “Μου θυμίζεις εμένα όταν τριγυρνούσα την Μαρία. Άντε κακομοίρη μου, φάε κάτι, συμμαζέψου λιγάκι και τράβα να τής τηλεφωνήσεις.”
“Που να της τηλεφωνήσω;” τραύλισα. “Δεν έχω το τηλέφωνό της.”
Τράβηξε μιά κάρτα του μαγαζιού τους απ` την τσέπη του μπουφάν, έγραψε έναν άριθμό από πίσω, και την πέταξε στο τραπεζάκι.
“Τέτοια ώρα πρέπει να είναι στο σπίτι”, χαμογέλασε. Τον ευχαρίστησα, άρπαξα την κάρτα και εξαφανίστηκα.
Λίγες ώρες αργότερα έπινα καφέ με την Λυδία μπροστά στη θάλασσα. Δεν μπορώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις γιά να περιγράψω αυτή την “αναγνωριστική” πρώτη έξοδο, κι ούτε θέλω να μπω σε λεπτομέρειες. Ορκίζομαι όμως ότι ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου που μεθούσα με καφέ. Κι αν δεν έλαμπε έτσι ολόλαμπρος ο ήλιος την ώρα που χωρίζαμε μπροστά στο σπίτι της ίσως δοκίμαζα να την φιλήσω. Σφίξαμε το χέρι σαν χαζοί, αμήχανοι και απρόθυμοι να διακόψουμε την επαφή των χεριών μας. Κι έπειτα γύρισε κι ανέβηκε τα σκαλιά στης πολυκατοικίας της, αφήνοντάς με μόνο, να ευλογώ την μοίρα που την έριξε στο δρόμο μου και να καταριέμαι την γκαντεμιά μου που θα περνούσαν μέρες μέχρι να την ξαναδώ.
“Πετάω το απόγευμα γιά Μιλάνο”, είχε πει λίγο πριν χωριστούμε. “Πρέπει να πάω σε μιά έκθεση γιά την δουλειά. Θα μείνω τέσσερις μέρες κι έπειτα θα περάσω απ` τη Ρώμη να δω μιά φίλη. Γιά δουλειά πάω κι εκεί βασικά, αν κι ο Φίλιππος ισχυρίζεται πως πρόκειται γιά πρόωρες Πασχαλινές διακοπές. Τι θέλεις να σου φέρω;”

Τετάρτη 20 Απριλίου 05

Μου τηλεφώνησε σήμερα από Μιλάνο. Με σκέφτεται λέει και μου στέλνει φιλιά. Καλά τα εξ` αποστάσεως αλλά θα προτιμούσα τα εξ` επαφής. Της είπα κι εγώ τα δέοντα και το κλείσαμε. Ίσως θα έπρεπε να είμαι κάπως πιό εκδηλωτικός αλλά δεν μου βγαίνει. Δεν είναι ότι παριστάνω το σκληρό αρσενικό, αλλά ανέκαθεν είχα πρόβλημα να λέω στα κορίτσια αυτό που θέλανε ν` ακούσουν. Μου `βγαινε ψεύτικο, κρύο, άχρωμο, σαν κάτι που δεν πίστευα. Είναι πολύ πιό κοντά στο χαρακτήρα μου να δείχνω με συμπεριφορές και πράξεις αυτό που νοιώθω. Θα επιστρέψει είπε μάλλον Μεγάλη Παρασκευή. Αυτό μας κάνει άλλες δέκα μέρες. Ετοιμάζει απ` ότι κατάλαβα κάποιο άνοιγμα στη δουλειά με μιά ιταλική φίρμα... Μισόλογα και βιαστικές κουβέντες ανάμεσα στα “είσαι καλά;” και στα “με σκέφτεσαι καθόλου;”

Πέμπτη 28 Απριλίου 05

Αύριο βράδυ θα `ναι εδώ. Πιθανότατα δεν θα βρεθούμε γιατί φτάνει αργά και θα την περιμένουν οι γονείς της στο αεροδρόμιο, αλλά τουλάχιστον αύριο τέτοια ώρα θα την νοιώθω κοντά κι όχι στην Ιταλία. Η ένταση που με πλημμυρίζει κάνει απόψε τον ύπνο να φαίνεται δύσκολος, με αποτέλεσμα να ξαναμπώ μετά από πολλές μέρες στην αίθουσα μηνυμάτων. Στα Ταξίδια ο Βαγγέλης βρήκε καινούργιο χρήστη να μαλώνει. Στην Λογοτεχνία-βιβλία τίποτε αξιόλογο. Στην Φιλοσοφία ο Φίλιππος συζητάει ακόμα γιά τους Στωικούς με κάποιον Sportman. Καμιά όρεξη δεν έχω αυτή τη στιγμή γιά φιλοσοφία. Ανοίγω την τηλεόραση και παρακολουθώ γιά λίγο το νέο σήριαλ με την πολυσυζητημένη υψηλή τηλεθέαση. Αντέχω μόνο δέκα λεπτά. Την ξανακλείνω αηδιασμένος. Στο νου μου ακούω την φωνή της Γώγου: “...την ώρα που σας έχουν χώσει στο μυαλό / πως τρώτε αυγολέμονο / και τρώτε σκατά...” Ανοίγω τον δορυφορικό δέκτη ίσα ίσα γιά να ακούσω την εισαγωγή της Ένάτης του Μπετόβεν και τον ξανακλείνω εκνευρισμένος. Πολύ χαρούμενο γιά την ψυχική μου διάθεση. Αποφασίζω αναστενάζοντας να ξανακαθίσω στον υπολογιστή. Ίσως η συμμετοχή μου σε μιά συζήτηση με τον Φίλιππο ξεκολλήσει το μυαλό μου απ` την αδερφή του. Ανακαλύπτω με έκπληξη ότι ο Sportman φαίνεται να τον έχει στριμώξει γιά τα καλά στα μηνύματα των προηγούμενων ημερών. Με μιά σειρά σκέψεων τον σπρώχνει να παραδεχθεί πως αν οι Στωικοί έχουν δίκιο και το Σύμπαν ολάκερο είναι Θεός, τότε κι ότι κακό υπάρχει ή συμβαίνει μέσα του είναι κομμάτι αυτού του Θεού επίσης.
“...Πρέπει να παραδεχθείς ότι είναι μάλλον επικίνδυνη μιά τέτοια σκέψη”, του γράφει στο τέλος.
“Γιατί;” απαντά ο Φίλιππος. "Εγώ φαντάζομαι το Σύμπαν σαν ένα ζωντανό ανθρώπινο σώμα που αποτελείται από αναρίθμητα κύτταρα. Όταν όλα τα κύτταρα του σώματος συνεργάζονται αρμονικά γιά την κοινή ωφέλεια υπό την καθοδήγηση του νου υπάρχει αρμονία και ευεξία, που την παρομοιάζω με το Καλό. Αν όμως υποθέσουμε ότι κάποιο κύτταρο αρνείται τις άνωθεν εντολές; Αυτό δεν θα σημαίνει βέβαια ότι ο νους αδιαφορεί, ή ότι δεν δίνει πλέον εντολές που αποσκοπούν σε αρμονία και ευεξία ή, γιά να το πούμε αλλιώς, ότι ο νους παύει να προσπαθεί γιά το καλό, αλλά ότι το κύτταρο επέλεξε να ανεξαρτητοποιηθεί τραβώντας τον δικό του, κακό αναγκαστικά, δρόμο".
“Γιατί αναγκαστικά κακό;” ρωτάει ο Sportman.
“Γιατί ότι δεν συμφωνεί με τον Νου, δηλαδή τον απόλυτα καλό Θεό, δεν μπορεί παρά να είναι κακό.”
“Σαν μπερδεμένα μου τα λες” σχολιάζει ο Sportman. “Αν είναι όλα Θεός, όπως λένε οι Στωικοί, τότε η προηγούμενη πρότασή σου δεν έχει νόημα. Όπως το καταλαβαίνω εγώ, αν όλα είναι κομμάτια του Θεού , τότε καλό και κακό είναι κομμάτια του επίσης. Αν πάλι το κακό δεν είναι κομμάτι του τότε δεν μιλάμε πιά όπως οι Στωικοί γιά μονισμό, αλλά γιά δυισμό. Ή έστω γιά σχετικό δυισμό.
“Μπορείς να γίνεις σαφέστερος;” διαβάζω το αίτημα του Φίλιππου ενώ τον φαντάζομαι να γράφει αργά, ταρακουνημένος απ` τις ιδέες του συνομιλητή του.
“Θα προσπαθήσω, αλλά μη ζητάς πολλά. Ούτε κι εγώ τα `χω ξεκαθαρίσει μέσα μου”, γράφει ο Sportman. “Διάβασα λοιπόν κάπου ότι υπάρχουν τρεις σχολές σκέψης που ασχολούνται με το πρόβλημα. Η σχολή του απόλυτου Δυισμού, η σχολή του σχετικού Δυισμού και η σχολή του απόλυτου Μη-Δυισμού, ή αλλιώς Μονισμού. Τούτη την τελευταία, αν κατάλαβα καλά όσα γράφεις, εκπροσωπούν και οι Στωικοί. Φαντάζομαι ότι ο καθένας διαλέγει αυτήν που του φαίνεται σωστότερη.”
“Τι είδους σχολές είναι αυτές;” διαβάζω την απορία του Φίλιππου.
“Ινδικής φιλοσοφίας. Θα τις βρεις στα βιβλία με τα ονόματα Dvaita, Vishishtadvaita και Advaita αντίστοιχα. Φοβάμαι ότι δεν ξέρω κάτι περισσότερο να σου πω.”
Σκέφτομαι λίγο όσα διάβασα. Πιστεύω στον Δημιουργό Καλό Θεό κι οι σκέψεις των Στωικών μού φαίνονται οικείες και λογικές, αλλά τώρα είναι σαν ο Sportman να` δωσε μιά κλωτσιά και όλα μέσα μου να αρχίσανε να πηγαίνουν πέρα δώθε. Ανάβω τσιγάρο και περιμένω να καταλαγιάσει η ταραχή μέσα μου. Λίγα λεπτά αργότερα ένα χαμόγελο αρχίζει να στραβώνει το στόμα μου καθώς στο νου μου έρχεται ένα εκλαϊκευμένο βιβλίο Αστροφυσικής που διάβασα πρόπερσι. Έγραφε γιά πράγματα που είναι αδύνατον να κατανοηθούν με την ανθρώπινη λογική, και που σε κάποιες λίγες μόνο περιπτώσεις μπορούμε να τα προσεγγίσουμε με τα μαθηματικά, στεγνά και αποστασιοποιημένα, χωρίς συναίσθηση και εμπειρία, χωρίς να ξέρουμε γιά τι ακριβώς μιλάμε. Θυμάμαι ότι κλείνοντας το βιβλίο μού είχε έρθει στο νου μιά πρόταση από τα Ερμητικά κείμενα, που έλεγε πως τον Θεό τον προσεγγίζει κανείς με την λογική μόνον μέχρι ενός σημείου. Από εκεί και μετά όποιος θέλει να συνεχίσει προχωρά μόνο με την Πίστη. Γράφω στα γρήγορα ένα κειμενάκι όπου εξηγώ όσο καλύτερα μπορώ τα παραπάνω και την στιγμή που κάνω κλικ στο Αποστολή , θυμάμαι πως κάτι παρόμοιο είχε πει οTraveler τον Φλεβάρη. Τότε είχα απορρίψει την ιδέα ως απαράδεκτη δεδομένου ότι δεν συμβάδιζε με την λογική. Τώρα, δεν είμαι πιά βέβαιος. Ίσως η αληθινή σοφία αρχίζει στο σημείο εκείνο που η λογική εξαντλεί τα όριά της. Ανοίγω μιά μπύρα και ρίχνω μιά ματιά να δω αν τέλειωσε εκείνη η αηδία στην τηλεόραση. Δεν έχει τελειώσει. Ψάχνω γιά κάτι ενδιαφέρον στα άλλα κανάλια και την ξανακλείνω. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα δυό νέα μηνύματα έχουν προστεθεί στο δικό μου. Στο πρώτο ο Φίλιππος επικροτεί όσα έγραψα προσθέτοντας και μερικά δικά του. Στο δεύτερο ο Sportman γεμίζει ολόκληρη σελίδα ξαναγράφοντας ουσιαστικά μιά απ` τα ίδια. Στο νου τριγυρνάει η σκέψη ότι είναι μάλλον απίθανο να καταλήξει σε συμφωνία μιά τέτοια συζήτηση γιά το Θεό. Θα μπορούσαμε εγώ, ο Φίλιππος κι ο Sportman να μιλάμε σ` όλη μας τη ζωή πιστεύοντας ο καθένας τα δικά του χωρίς να μπορούμε να αποδείξουμε το παραμικρό. Και τι σημασία έχει στο κάτω κάτω; Τα δάχτυλα μου πληκτρολογούν, θαρρείς από μόνα τους: Ίσως τελικά έχουμε όλοι δίκιο. Ίσως τελικά είναι απλά θέμα οπτικής. Μιάς οπτικής διαφορετικής γιά τον καθένα, αλλά περιορισμένης γιά όλους από την ανθρώπινη φύση μας. Ίσως ακόμα να μπορούμε να πούμε, παραφράζοντας τον Καζαντζάκη, πως αν πιστεύεις πως βρήκες τον Θεό, τότε τον έχεις βρεί. Το στέλνω και βγαίνω απ` το Δίκτυο, βέβαιος πως αν υπάρξει απάντηση απ` τον Spotrman θα είναι μιά επανάληψη των προηγούμενων. Το ρολόϊ δείχνει μία και σαρανταέξι. Σε λιγότερο από είκοσι ώρες θα είναι εδώ. Άραγε θα θυμηθεί να μου τηλεφωνήσει;



ΜΑΪΟΣ

... .....
Ένας διαβήτης καρφωμένος στον αφαλό σου,
σχεδιάζει στρόγγυλο (και πάλι) τον κόσμο
πάνω στο κορμί σου,
γύρω απ` το κορμί σου,
με κέντρο το κορμί σου.

- Ο κόσμος μου. Αθανάσιος Κούρτης, Α-V, Χειμερινά χελιδόνια.

Δευτέρα 2 Μαϊου 05

Τούτες οι γραμμές είναι μάλλον οι τελευταίες που γράφω. Σκέφτηκα να πετάξω όλα όσα κατέγραψα τους τελευταίους μήνες αλλά το μετάνιωσα. Θα τα φυλάξω στο υπόγειο διπλομανταλωμένα και κάποτε, όταν θα έχω καταφέρει κάποια πράγματα στη ζωή μου, ίσως τους ξαναρίξω μιά ματιά. Έτσι, όπως κοιτάζει κάποιος ορειβάτης χαμηλά γιά να δει την απόσταση που κάλυψε. Νοιώθω την απόλυτη ευτυχία μέσα στην μισοσκότεινη σιωπή που κάνει ακόμη πιό έντονο τον ήχο της ανάσας της δίπλα μου. Κοιμάται στο πλευρό με τα τα γόνατα μαζεμένα και το χέρι της στον ώμο μου. Στο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη μιά γαλήνη που μου φέρνει δάκρυα. Τα μαλλιά της ανακατεμένα απ` τα παιχνίδια μας μυρίζουν σαν ανοιξιάτικος κήπος. Ξύπνια είναι όμορφη, κοιμισμένη μοιάζει να ξεπήδησε από παιδικό παραμύθι. Είναι περίεργο, μα νοιώθω τρομαγμένος. Ζω κάτι τόσο απερίγραπτα όμορφο που με τρομάζει. Θα ήθελα να μπορούσα να σταματήσω το χρόνο σ` αυτές τις στιγμές. Να περάσω όλη μου τη ζωή δίπλα στο κοιμισμένο της πρόσωπο με την ανάσα της να μου χαϊδεύει ρυθμικά το μάγουλο και την ζεστασιά απ` το κορμί της να μου ανεβάζει τους χτύπους της καρδιάς. Την αγαπώ. Κι είναι τόσος καιρός απ` την τελευταία φορά που μου `τυχε, που δεν ξέρω πιά τι πρέπει να κάνω. Πάνε πέντε ώρες που γυρίσαμε απ` την Χαλκιδική. Οι πιό γεμάτες, οι πιό αληθινές, οι πιό ευτυχισμένες ώρες της ζωής μου. Μου τηλεφώνησε μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο της. Δεν θα μπορούσε, είπε, να περάσει να με δει με τους γονείς της από δίπλα, αλλά θα ερχόταν Σαββάτο πρωί, πριν ανοίξει το μαγαζί. Κοιμήθηκα δύσκολα, περασμένες τέσσερις, και με ξύπνησε το τηλέφωνο.
“Αντε θα ανοίξεις καμιά φορά; Ακόμα δεν ήπια καφέ...είπα να τον πίναμε παρέα”, άκουσα χαρούμενη την φωνή της.
“Τι, ναι...βέβαια” μουρμούρισα τρίβοντας τα μάτια μου.
“Από που τηλεφωνείς;”
“Έξω απ` την πόρτα του μαγαζιού σου”, γέλασε κλείνοντας το τηλέφωνο. Πήδηξα απ` το κρεβάτι κι έτρεξα να της ανοίξω. Περίμενε χαμογελαστή και απαστράπτουσα με μιά μικρή σακούλα στο χέρι.
“Σε ξύπνησα καημένε μου ε;” είπε μισοσοβαρά μισοαστεία.
“Με συγχωρείς...Ορίστε και το δωράκι σου”, μου έβαλε τη σακούλα στο χέρι.
“Μα τι λες τώρα”, αντέδρασα. “Μπορείς να με ξυπνάς κάθε μέρα έτσι αν θέλεις. Για την ακρίβεια πολύ θα το ήθελα κάτι τέτοιο.”
Γέλασε ανακουφισμένη.
“Ανοιξέ το λοιπόν”, πρότεινε. Το άνοιξα κι ήταν ένα πουκάμισο. Το πρώτο δώρο που έπαιρνα μετά από πολύ πολύ καιρό.
“Ευχαριστώ, με συγκινείς”, είπα κομπιάζοντας.
“Ωραία τότε. Δείξε μου που έχεις καφέδες και σχετικά και τους ετοιμάζω εγώ, όσο θα ρίχνεις λίγο νερό στα μούτρα σου. Μοιάζεις να γύρισες μόλις τώρα απ` τα ξενυχτάδικα.”
Έτρεξα στο μπάνιο και ξυρίστηκα στα γρήγορα. Είχε δίκιο φυσικά. Χρώμα λεμονί και μάτια σε μαύρα χάλια. Τέλειωσα όσο πιό γρήγορα μπορούσα, μάζεψα κάπως βρακιά και φανέλες που ξέφευγαν κάτω απ` την φόρμα μου, πέρασα δυό τρεις βουρτσιές στα μαλλιά μου και βγήκα προσπαθώντας να κρύψω την ταραχή μου πίσω από ένα μεγάλο χαμόγελο.
“Λοιπόν καλώς ήρθες”, είπα σκύβοντας γιά ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. “Πως τα πέρασες;” “Όχι κι άσχημα”, παραδέχτηκε, “αλλά έχουμε χρόνο γι αυτά. Πέρασα να σου πως πως είμαστε καλεσμένοι γιά το Πάσχα σε μιά φίλη στην Χαλκιδική. Αν δεν έχεις κανονίσει τίποτε άλλο φεύγουμε αύριο πρωί πρωί και γυρνάμε Δευτέρα βράδυ. Η πρόσκληση βέβαια ισχύει από σήμερα, αλλά είναι νόμος στην οικογένεια να κάνουμε κάθε χρόνο Ανάσταση όλοι μαζί.”
Τα έχασα. “Γιά σιγά”, είπα όσο μπορούσα πιό μαλακά. “Ποιός με κάλεσε εμένα;”
“Εγώ σε καλώ”, γέλασε. “Κοίτα να δεις. Το σπίτι είναι μιάς κολλητής μου. Φίλης απ` το δημοτικό ακόμη. Είμασταν τότε μιά παρέα από τρελόπαιδα που μέναμε στην ίδια γειτονιά και αλωνίζαμε στα κάστρα. Μεγαλώνοντας πήρε ο καθένας τον δρόμο του, αλλά δεν χαθήκαμε. Μερικοί μείναμε εδώ, καναδυό έφυγαν στην Αθήνα, ένας στο Τορόντο, μία στη Ρώμη, κι ένας διορίστηκε στην Αλεξανδρούπολη. Τηλεφωνιόμαστε και βρισκόμαστε σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές. Όχι όλοι βέβαια, όσοι μπορούν. Φέτος το Πάσχα ταίριαξε να βρεθούν εδώ ο Τάκης απ` τον Καναδά κι η Άλκηστις απ` την Ρώμη. Οπότε η Καίτη που έχει το σπίτι πρότεινε να ψήσουμε το αρνί στο εξοχικό της στην Κασσάνδρα.”
“Ναι, αλλά εγώ που κολλάω...Θέλω να πω... πώς θα πάω σε ξένο σπίτι να φάω; Ούτε τους ξέρω, ούτε με ξέρουν οι άνθρωποι. Κι έπειτα...”
“Μη στεναχωριέσαι και κολλάς μιά χαρούλα", γέλασε. “Δεν είμαστε πιά παιδιά του δημοτικού. Οι περισσότεροι από `μας είναι πιά παντρεμένοι ή έχουν κάποια σχέση. Όταν λοιπόν κάποιος απ` την παρέα καλεί τους άλλους, αυτονόητο είναι πως καλεί και τους συντρόφους τους.”
Έμεινα να απολαμβάνω τον ήχο των λέξεων. “Σύντροφος!” Με θεωρούσε τον σύντροφό της. Κάπως πρόωρο ίσως, μα τόσο ωραίο να το ακούω.
“Δεν ρίχνεις και μιά ματιά στην τσέπη σου ρε φίλε;” ακούστηκε η γνώριμη φωνή μες το κεφάλι μου. “Με άδεια χέρια θα πας στο ξένο σπίτι;” Έτριψα δυνατά τους κροτάφους μου να διώξω τις μαύρες σκέψεις.
“Δεν ξέρω”, είπα. “Είναι και τα ζωντανά. Πρέπει να ταϊστούν, να καθαριστούν, δεν μπορώ να τα αφήσω όλη μέρα.”
“Μπορείς και παραμπορείς άμα θέλεις”, την άκουσα να λέει ικευτικά. “Και δεν θα` ναι μόνο γιά μιά μέρα αλλά και γιά μιά νύχτα. Θα κοιμηθούμε εκεί και θα γυρίσουμε δεύτερη μέρα του Πάσχα.”
“Που εκεί;” αναπήδησα με την σκέψη γιά επιπλέον έξοδα ξενοδοχείου να μου σφίγγει το στήθος. Την Τρίτη έπρεπε να πληρώσω το νοίκι του Μάη κι ακόμη δεν είχα συμπληρώσει το ποσό.
“Στο σπίτι της Καίτης. Τα κορίτσια θα κοιμηθούμε στο υπνοδωμάτιο και τα αγόρια θα βολευτείτε στο καθιστικό. Είναι επικίνδυνο να οδηγήσει κανείς έπειτα από τόσο φαγητό και κρασί”, απάντησε.
“Ακούγεται πολύ ωραία, αλλά το μαγαζί...” έκανα μιά τελευταία προσπάθεια.
“Έλα, μωρέ Κώστα, Πάσχα είναι και στο ζητάω εγώ”, είπε μουτρωμένη. “Άσε και μιά μέρα το μαγαζί. Από ποτέ έχεις να πάρεις ρεπό;”
Έμεινα να την κοιτάζω αιφνιδιασμένος. “Χίλιες μέρες”, απάντησα μουδιασμένα.
“Πλάκα κάνεις”, αναπήδησε . “Μη μου πεις ότι τις μετράς!”
“Μετράω τις μέρες που έχω το μαγαζί”, ομολόγησα. “Κι απ` την μέρα που τ` άνοιξα, δεν έλειψα ποτέ από `δω, ούτε μιά μέρα.”
“Ωστε χίλιες μέρες”, μουρμούρισε με τα μάτια μισόκλειστα. “Χίλιες μέρες χωρίς ρεπό! Ε, κάτι πρέπει να κάνουμε γι αυτό. Δεν είναι κρίμα να γίνουν περισσότερες;” Σηκώθηκε με φίλησε ανάλαφρα κι άφησε την κούπα.
“Πρέπει να πάω στο μαγαζί”, χαμογέλασε. “Θα περάσω να σε πάρω Κυριακή πρωί. Δεν θα μου χαλάσεις την καρδιά Πασχαλιάτικα, έτσι δεν είναι;”
“Εντάξει”, παραδόθηκα με το μισό μου μυαλό να πανηγυρίζει και τ` άλλο μισό να σκέφτεται πυρετωδώς ποιούς λογαριασμούς μπορούσα να αναβάλω γιά την μεθεπόμενη βδόμαδα.
Ήρθε Κυριακή στις οχτώ. Στρίμωξα στο λιλιπούτειο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου της το μικρό μου σακ βουαγιάζ και το κλουβί με τα πουλιά της αγάπης.
“Τι είναι αυτά;” γούρλωσε τα μάτια της.
“Το δώρο μου στην Καίτη” απάντησα. “Δεν μπορώ να πάω τέτοια μέρα σε ξένο σπίτι με τα χέρια αδειανά.”
Χαμογέλασε, μουρμούρισε ένα “είσαι από άλλο πλανήτη εσύ παιδάκι μου”, με φίλησε με εκείνο τον δικό της τρόπο που αντί να σε χορτάσει σ` αφήνει με την πείνα θεριεμένη, και κάθισε πίσω απ` το τιμόνι.
“Καλό μας ταξίδι”, γέλασε χαρούμενη γυρνώντας το κλειδί στη μηχανή. Το ταξίδι ήταν ονειρεμένο, με κουβεντούλα και αστεία που εξαφάνισαν και τα τελευταία χιλιοστά απόστασης μεταξύ μας. Φτάνοντας γνώριζε πιά αρκετά ο καθένας μας γιά τη ζωή του άλλου. Η παρέα της αποδείχθηκε πως ήταν εξαιρετικά παιδιά. Με δέχτηκαν σαν έναν απ` αυτούς και περάσαμε θαυμάσια με πλάκες, γέλια, και τρελό φαγοπότι. Κατάλαβα απ` την πρώτη στιγμή πως δεν υπήρχε περίπτωση να ξεμοναχιάσω την Λυδία σ` ένα σπίτι πενήντα τετραγωνικών με εφτά ανθρώπους τριγύρω μου και το `ριξα και εγώ στο χαβαλέ συμμετέχοντας στη γενική ευθυμία. Η Καίτη ξετρελάθηκε με τα πουλιά.
“Love-birds” φώναξε εκστατική. “Τι μου θυμίζεις! Είχα ένα ζευγάρι μικρή και τα λάτρευα. Σ` ευχαριστώ Κώστα. Θα τα προσέχω σαν τα μάτια μου.”
Η Κυριακή του Πάσχα πέρασε σαν ευχάριστο όνειρο. Ούτε που θυμάμαι από πότε είχα να διασκεδάσω τόσο πολύ. Δευτέρα πρωί πιάσαμε να συμμαζεύουμε το σπίτι που έμοιαζε βομβαρδισμένο και νωρίς το απόγευμα αποχαιρετίσαμε τα παιδιά, ευχαριστήσαμε την Καίτη γιά την φιλοξενία και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Γυρίσαμε όπως είπα πριν πέντε ώρες, γύρω στις οχτώμισι. Πρότεινα στη Λυδία να έρθει στο δωμάτιό μου γιά ένα καφέ και μου απάντησε πως θα `το ήθελε πολύ.
“Αν σου αρέσει να ζεις επικίνδυνα μπορούμε και να μαγειρέψουμε κάτι γιά βράδυ”, πρόσθεσε χαμογελώντας. “Όλη η νύχτα είναι μπροστά μας. Είπα στους δικούς μου πως θα επιστρέψω Τρίτη πρωί.”
Δεν μαγειρέψαμε. Δευτερόλεπτα μετά που κλείδωσα την πόρτα πίσω μας, την αγκάλιασα. Φιληθήκαμε. Όχι ανάλαφρα τούτη την φορά. Και συνεχίσαμε να φιλιόμαστε, εν μέσω άλλων, μέχρι πριν λίγο. Τώρα κοιμάται. Αλλά εμένα μου είναι αδύνατον να κοιμηθώ. Το χέρι μου τρέχει πάνω στο τετράδιο και το βλέμμα μου πηγαινοέρχεται ανάμεσα στις αράδες, στα σφαλισμένα της βλέφαρα και το στήθος της που ακουμπάει γυμνό στα πλευρά μου. Την ακούω να αναστενάζει κι ένας κόμπος σχηματίζεται στο λαιμό μου καθώς τρίβει το πόδι της πάνω στο δικό μου.
“Τι συμβαίνει, αγόρι μου;” μουρμουρίζει με τα μάτια ακόμη κλειστά.
Σκύβω και την φιλάω απαλά στα μαλλιά. “Τίποτα, απλά δεν μου κολλάει ύπνος και σκέφτομαι μερικά πράγματα”, της ψιθυρίζω στο αυτί. Σφίγγεται πάνω μου με το στόμα της να ψάχνει το δικό μου. Κλείνω το τετράδιο κι ανοίγω την αγκαλιά μου. Αρκετά έγραψα...Φτάνει...

ΤΕΛΟΣ