Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Της μνήμης και της προσευχής

Ο άντρας έπαψε να μιλάει και κοντοστάθηκε. «Δεν πάμε καλά», χαμογέλασε στη γυναίκα δίπλα του. «Τι λες τώρα Κώστα ;» συνοφρυώθηκε η γυναίκα δίπλα του τραβώντας στο πλάι μια γκρίζα τούφα που της έπεφτε στα μάτια. «Δες », επέμενε ο σύντροφός της δείχνοντας με το δάχτυλο προς τα κάτω , στην πλαγιά. Η γυναίκα στράφηκε και κοίταξε χαμηλά . «Τι;» ρώτησε και αμέσως μετά άνοιξε διάπλατα τα μάτια . «Καλέ ,τι κάνει αυτός ο νεαρός εκεί ; Καντήλι είναι αυτό ; Ανάβει καντήλι στο βουνό ; Θα βάλει καμιά φωτιά και αλλοίμονο σε όλους μας.» «Έλα Λυδία , πάμε να του μιλήσουμε», ακούστηκε ξαναμμένος ο άντρας πηδώντας σχεδόν προς την κατεύθυνση που είχε δείξει. «Που πας χριστιανέ μου», γόγγυσε η γυναίκα γνωρίζοντας το μάταιο της διαμαρτυρίας της . Τριάντα τρία χρόνια παντρεμένη ήξερε καλά πια ότι τίποτα δεν μπορούσε να του αλλάξει γνώμη σαν του`μπαινε κάτι στο μυαλό. Τον ακολούθησε καρτερικά μέχρι που τον είδε να πετρώνει την στιγμή που προσπερνούσε ένα μεγάλο βράχο. Έτρεξε κοντά του τρομαγμένη . «Τι έπαθες ;» τον έπιασε απ` τον ώμο. Ο άντρας έβαλε τον δείκτη κάθετα στα χείλη του κάνοντάς της νόημα να σωπάσει. «Τι κάνει;» του ψιθύρισε. «Δεν ξέρω αγάπη μου », σκούπισε μια σταγόνα ιδρώτα απ` το μέτωπο ο άντρας. «Νομίζω ξέρω τι κάνει», μουρμούρισε έπειτα από λίγο . «Κοίτα , γονάτισε μπροστά στο καντήλι .» «Ας τον αφήσουμε τότε μόνο του», ψιθύρισε η γυναίκα τραβώντας το χέρι του άντρα της. Είχαν γυρίσει να φύγουν όταν ακούστηκε η φωνή του γονατιστού άντρα. «Συγχώρα με βασιλιά που έρχομαι έτσι ακάλεστος ,αλλά την δική σου πόρτα μου είπε να χτυπήσω η γιαγιά μου στα δύσκολα .» Ο άντρας έσμιξε τα φρύδια και κοίταξε την γυναίκα του με απορία. Την είδε να σηκώνει τους ώμους και να ανοίγει τα χέρια σε μια κίνηση : «που να ξέρω ;» Κι έπειτα να του κάνει νόημα να απομακρυνθούν. Κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Έσκυψε στ` αυτί της : «Θα μείνω να σιγουρευτώ ότι δεν θα βάλει καμιά φωτιά» , ξαναμουρμούρισε ενώ στ` αυτιά του έφτανε πάλι η φωνή του γονατιστού άντρα . «Συγχωρέθηκε πριν χρόνια αλλά θυμάμαι καλά τις ιστορίες της . Μου τα `πε και τα ξανα`πε χίλιες φορές για να `ναι σίγουρη πως δεν θα ξεχάσω τίποτε, σαν έρθει η ώρα να ξαναπώ τις ιστορίες στα δικά μου εγγόνια.» Η γυναίκα εγκατέλειψε την προσπάθεια και άρχισε να απομακρύνεται μόνη της ενώ ο άντρας ακουμπούσε στην σκιερή πλευρά του βράχου κρατώντας ασυναίσθητα την αναπνοή του . «Βλέπεις, οι ρίζες μας δεν είναι από `δω», συνέχισε η φωνή απ` την άλλη πλευρά του βράχου . «Απ` τα δικά σου τα μέρη είναι. Φύγαμε απ`την Νίκαια για την Πόλη όταν αυτή λευτερώθηκε από εκείνη την οχιά , τον Μιχαήλ Παλαιολόγο. Η γιαγιά έφτυνε με σιχασιά όποτε ξεστόμιζε τ` όνομά του . Έλεγε πάντα πως την Πόλη την πήρες εσύ - κι ας ήσουν πεθαμένος. Πως με τον στρατό που έφτιαξες , με τα λεφτά που άφησες στα ταμεία, με τα κάστρα, τα νοσοκομεία, τα σχολεία , τους δρόμους, τις βίγλες που σήκωσες η αυτοκρατορία θα την έπαιρνε την Πόλη ακόμη και με τον μικρούλη εγγονό που σου τύφλωσε ο Παλαιολόγος. Κοιμόταν στο Νυμφαίο ο προδότης όταν μπήκανε οι στρατιώτες μας στην Πόλη. Κι ούτε τους είχε στείλει για αυτό το σκοπό έλεγε η γιαγιά μου. Για πλιάτσικο στην Θράκη τους είχε στείλει , οχτακόσιους άντρες όλους κι όλους, όπως για πλιάτσικο στην Δαφνούσα είχαν φύγει και οι Φράγκοι αφήνοντάς την Πόλη αφύλαχτη. Κι αν δεν βρισκόταν εκείνος ο Κουτριτζάκης να τους το μηνύσει και να τους μπάσει απ` τον υπόνομο , όχι Πόλη δεν θα `παιρνε ο Μιχαήλ αλλά ούτε από μακριά δεν θα την έβλεπε... Σου φαίνονται περίεργα όλα αυτά που κάθομαι και σου λέω , ε ; Θα σου πω για να καταλάβεις ότι απ` την μεριά της γιαγιάς μου έχω το αίμα του Ιωάννη του Ακομινάτου. Πυρογιάννη τον έλεγες, θυμάσαι ; Θυμάσαι πότε του κόλλησες το παρατσούκλι ; Ήταν τότε που έκαψε τα καράβια σου στη Λάμψακο . Η γιαγιά έλεγε πως έκλαιγε σαν μωρό και σε παρακαλούσε γονατιστός : Νικάμε βασιλιά μου, λίγο ακόμα και δεν θα μείνει Φράγκος ούτε για δείγμα εδώ γύρω. Μην με προστάζεις να τα κάψω , νικάμε ... Δεν ήξερε ο Πυρογιάννης – πώς να `ξερε –ότι ξεσηκώθηκαν φίδια πίσω στην Νίκαια για να σου φάνε τον Θρόνο. Τι κι αν ο ίδιος ο Λάσκαρις σε όρισε διάδοχό του ; Τι κι αν πολεμούσες με το σκυλί τον Φράγκο `κείνη την ώρα ; Τι κι αν νικούσες - κι ίσως γι αυτό ακριβώς ! Οι προδότες σηκώσαν μαχαίρι να σου καρφώσουνε την πλάτη κι εσύ έπρεπε να τρέξεις να σβήσεις την φωτιά στο παλάτι σου πριν γίνει πυρκαγιά και κάψει όλη την αυτοκρατορία. Τον πρόσταξες λοιπόν να κάψει τα πλοία σου για να μη μείνουν στους Φράγκους και γύρισες αστραπή να προλάβεις το κακό. Τρομάξανε πολλοί απ` τον θυμό σου τότε . Ανήλεο σε είπανε οι εχθροί σου, οι παλιοί αριστοκράτες της Πόλης. Δεν είναι μικρό πράμα να κόβεις χέρια και να βγάζεις μάτια από Ισαάκιους Νεστόγγους και Μακρηνούς. Η γιαγιά βέβαια έλεγε πως και λίγα τους έκανες, αφού προσπάθησαν να σε δολοφονήσουν. Και έλεγε ακόμη πως τους πρωταίτιους , τα αδέλφια του πεθερού σου του Λάσκαρι , τους έριξες στη φυλακή και “ξέχασες” να τους τιμωρήσεις με βαρύτερες ποινές. Ανήλεος εσύ … Που σαν πέθανες ο λαός σου έχτισε εκκλησιά στο όνομά σου …στο όνομα του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα . Το `ξερε ο Πυρογιάννης. Χαμογελούσε θλιμμένα κι έλεγε στην γυναίκα που θα γεννούσε τους προγόνους μου : δεν είναι ανήλεος ο βασιλιάς μου , όχι δεν είναι. Και θα `έρθει μια μέρα που θα το δουν οι άνθρωποι. Θα `ναι καταστροφή για την πατρίδα να τους αφήσει έτσι τους προδότες, αλλά πονάει η καρδιά του για την τιμωρία τους. Την μέρα που δήθεν το έσκασε απ` την φυλακή ανέγγιχτος ο Ανδρόνικος Νεστόγγος ήρθε στο σπίτι τρέχοντας ο Πυρογιάννης να της φωνάξει : Είναι άγιος άνθρωπος ο βασιλιάς μας γυναίκα ... Βρήκε τον τρόπο και αδερφικό αίμα να πάψει να χύνει και μαλακός να μην φανεί … Τον άφησε τον προδότη να δραπετεύσει. Θα μου πεις, τι στα λέω τώρα αυτά ε; Λες και δεν τα ξέρεις… Αλλά να , έπρεπε να σου συστηθώ και η μια κουβέντα έφερε την άλλη. Έπρεπε λέω , γιατί σε ξύπνησα να σου θυμίσω τον όρκο που έδωσες στον Πυρογιάννη . Τότε που σου τον φέρανε σακατεμένο από τους Μογγόλους, θυμάσαι ; Είχε ήδη χάσει το δεξί μάτι στην Ρόδο , τότε που επιτέθηκες στον Λέοντα Γαβαλά. Απ` τους Μογγόλους γύρισε εντελώς τυφλός . Τον φέρανε ξαπλωμένο σε ένα κάρο με το κορμί τσακισμένο. Μήνες τον παιδεύανε για να τους μαρτυρήσει τ` όνομα του κατασκόπου σου στην αυλή του Χάνου. Κι αυτός άνοιγε το στόμα μόνο για να ουρλιάξει ... Του σάλεψε στο τέλος οπότε οι Μογγόλοι το πήραν απόφαση ότι δεν θα μάθαιναν τίποτε απ` αυτόν . Παρακάλεσε τον Χάνο κι ο Γουλιέλμος ντε Ρουμπρούκ , συνταξιδιώτης του Πυρογιάννη τους δέκα τελευταίους μήνες του 1.253 στο ταξίδι προς την Μογγολίa, και τελικά , στον έστειλαν πίσω με αντάλλαγμα δυό φορές το βάρος του σε χρυσάφι. Αγκάλιασες έλεγε η γιαγιά μου το παραμορφωμένο κορμί και τον φιλούσες στα μάγουλα. «Ο άνθρωπός μας στην αυλή του Μονγκά αξίζει χίλιους στρατούς», του είχες πει όταν τον έστειλες. «Μόνον αυτός κρατάει τους Μογγόλους μακριά μας . Άκου τι έχει να σου πει και γύρνα πίσω αμέσως.» Δεν μπόρεσε ποτέ να σου μεταφέρει αυτά που έμαθε απ` τον κατάσκοπο . Τα βασανιστήρια του είχαν σακατέψει για πάντα σώμα και νου. Αλλά ο άνθρωπός σου, αυτός που σου είχε ήδη αποκαλύψει ότι ο δήθεν Θεόδουλος λεγόταν Ραϋμόνδος , έμεινε ασύλληπτος στην Μογγολία και συνέχισε να εργάζεται για την Νίκαια. Οι Μογγόλοι κάψαν , ρημάξαν και ορθώσαν πυραμίδες από κομμένα κεφάλια μέχρι Αυστρία και Αλβανία, αλλά την Νίκαια δεν την ακούμπησαν. «Μην ανησυχείς για τίποτα Πυρογιάννη », του είχες πει κρατώντας τον στην αγκαλιά σου. «Σου ορκίζομαι να φροντίσω εγώ για σένα , τα παιδιά σου και τα παιδιά των παιδιών σου.» Αυτός είναι ο λόγος που σου μιλάω τώρα. Το παιδί των παιδιών του Πυρογιάννη σε χρειάζεται . Τα παιδιά των παιδιών του Πυρογιάννη έχουν ανάγκη από τον άνθρωπο που έχτισε ένα κράτος δικαίου και ευημερίας ενώ ταυτόχρονα πολεμούσε , με τους Φράγκους τους Βουλγάρους και τους Ηπειρώτες Έλληνες να καραδοκούν για το λάθος που θα επέτρεπε να τον συντρίψουν . Αλλά εσύ βασιλιά δεν το `κανες αυτό το λάθος! Ήσουν πάντα σωστός , έτσι ; Και τις ελάχιστες φορές που σου βρήκαν ψεγάδι ο λαός πρόθυμα στο συγχώρεσε γιατί ήξερε πως το δικό του καλό είχες στο νου σου. Όπως τότε που παντρεύτηκες την δωδεκάχρονη κόρη του Γερμανού , μετά που τσακίστηκε η κόρη του Λάσκαρι πέφτοντας απ` τ` άλογο . Στράβωσα κομματάκι σαν μου το` πε η γιαγιά μου. «Παντρεύτηκε δωδεκάχρονη; δηλαδή …» ρώτησα κατάπληκτος. «Ε, ναι και όχι …» μουρμούρισε πονηρά η γιαγιά. «Βλέπεις αυτή η μικρή Γερμανίδα πριγκίπισσα είχε συνοδό μια πανέμορφη μαρκησία , την Μαρκεζίνα όπως την αποκαλούσαν στο παλάτι . Ε, κι ο Βατάτζης, ώριμος άντρας, ένοιωθε πιο καλά μαζί της παρά με την μικρή, παρόλο που του τραβούσε το αυτάκι γι αυτή την σχέση ο Βλεμμύδης.» Τώρα θα μου πεις τι στον θυμίζω τον Βλεμμύδη; Άγιος Πατέρας , τον εκτιμούσες , αλλά υποθέτω θα θέλεις να ξεχάσεις την κριτική του . Τέλος πάντων. Ξέφυγα πάλι…Στο θέμα μας … Ήρθε η ώρα να ξεμαρμαρώσεις –ναι , κι αυτό το ξέρω . Εσύ είσαι ο μαρμαρωμένος βασιλιάς ! Όλα μου τα `πε η γιαγιά για σένα. Όλα! Μεγάλωσα ακούγοντας για τον βασιλιά που αγόρασε το ΄΄ωάτον΄΄ στέμμα της γυναίκας του όχι από φόρους , αλλά με χρήματα από δική του επιχείρηση . Για τον ηγέτη που τσάκισε την διαφθορά. Για τον πατέρα που κατσάδιασε δημόσια τον γιό του όταν τον είδε να φορά πολυτελή ενδύματα πληρωμένα με λεφτά του λαού. Για τον ηγέτη που διέταξε τους υπηκόους του να αγοράζουν μόνο προϊόντα της χώρας τους, αφήνοντας εμβρόντητους τους Φράγκους με μια άχρηστη εμπορική συμφωνία στο χέρι . “Δεν απαγορεύεται η εισαγωγή φράγκικων προϊόντων , αλλά ο βασιλιάς απαγορεύει στο λαό του την αγορά τους”, ξεκαρδίζονταν αγρότες και βιοτέχνες , με τους εμπόρους να χαμογελούν κάτω απ` τα μουστάκια τους κάθε φορά που εξυπηρετούσαν Δυτικοφερμένους : “έχουμε και δικά σας αν θέλετε, λίγο ακριβότερα βέβαια…” Μας την ξανάπεσαν οι Φράγκοι βασιλιά . Και μας βρήκαν πάλι με Αγγέλους στον θρόνο. Μην σου πω ότι, όπως και την άλλη φορά, οι Άγγελοι τους κάλεσαν. Σήκω λοιπόν Ιωάννη Δούκα Βατάτζη και σου ορκίζ …» Το βουητό που ακούστηκε απ` το πουθενά τρόμαξε το σπουργίτι που πέταξε απ` το πεύκο λίγα βήματα δίπλα απ` τον άντρα. Ο άντρας αρπάχτηκε απ` τον βράχο για να μην πέσει. Η γη τραντάχτηκε άλλη μια φορά κάτω απ` τα πόδια του κι έπειτα μια αφύσικη ησυχία σκέπασε την πλαγιά. Η φωνή απ` την άλλη μεριά του βράχου είχε πάψει. Ο άντρας άρχισε να τρέχει σαν τρελός προς τον χωματόδρομο. Είδε το μικρό ασημένιο αυτοκίνητο να προβάλλει στην στροφή του χωματόδρομου και πίεσε τον εαυτό του να τρέξει γρηγορότερα. Το έφτασε και πήδηξε μέσα λαχανιασμένος . «Τηλεφώνησες σπίτι ;» ρώτησε την γυναίκα την στιγμή που αυτή κάρφωνε βιαστικά την πρώτη ταχύτητα. «Δεν το σηκώνει», απάντησε η σύντροφός του με την φωνή παραμορφωμένη από αγωνία. Εφτά λεπτά αργότερα και ενώ το αυτοκίνητο άφηνε τον χωματόδρομο μέσα σ`ένα σύννεφο σκόνης , άκουσε ανακουφισμένη τον άντρα δίπλα της να φωνάζει : « έλα παιδί μου , που είσαι; Είσαι καλά…Τι γιατί ;» Γύρισε και τον είδε απορημένο με το κινητό κολλημένο στο αυτί του να της γνέφει καθησυχαστικά. «Καλά , ερχόμαστε» , έκλεισε το κινητό με μια έκφραση ανακούφισης να απλώνεται στο πρόσωπο του . «Τι είπε το παιδί ;» τον σκούντηξε απαλά στο ώμο η γυναίκα. «Όλα καλά, δεν ένοιωσε τίποτε , ρωτούσε γιατί ανησυχήσαμε», απάντησε ο άντρας. Η γυναίκα πίσω απ` το τιμόνι τράβηξε στο πλάι μια γκρίζα τούφα που της έπεφτε στα μάτια, σήκωσε ελαφρά το πόδι της από το γκάζι και απόρησε : «Πως είναι δυνατόν; Μου φάνηκε πενταράκι! » «Θα το κοιτάξουμε στο ίντερνετ μόλις γυρίσουμε , αλλά το παιδί λέει στο σπίτι όλα καλά», την καθησύχασε ο άντρας. «Πως θα το κοιτάξουμε δηλαδή ;» «Αρχίζεις να ξεχνάς γυναίκα», την πείραξε ο άντρας, «δεν σου είπα ότι υπάρχει σελίδα που μπαίνεις , δίνεις ημερομηνία και σου βγάζει χάρτη της Ελλάδας με όλους τους σεισμούς της συγκεκριμένης ημέρας ; Αλήθεια πόσο του μήνα έχουμε σήμερα ;» «Τέσσερις Νοεμβρίου … κατά τ` άλλα εγώ ξεχνάω », του χαμογέλασε η γυναίκα καθώς έστριβε στο δρομάκι που κατέληγε στο σπίτι τους. Την στιγμή που έσβηνε την μηχανή γύρισε και τον κοίταξε σαν να της πέρασε ξαφνικά κάτι απ` το νου : «Τι έκανε τελικά αυτός εκεί πάνω ;» « Νομίζω προσεύχονταν» , ακούστηκε ο άντρας χαμένος σε σκέψεις . Τέλος

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Αειθαλές Μάρμαρο

Η γιαγιά που μας φίλεψε ψωμοτύρι απ` το ταγάρι της μας συστήνεται σαν κυρά Φωτεινή. Η ματιά της ξαναπέφτει γεμάτη περιέργεια στον μπλαβιασμένο λαιμό του Πάνου. Ντροπιασμένη την τραβά γρήγορα και σφίγγει το χέρι που της προτείνω. «Είμαι ο Γιάννης Μακρής». Δείχνω με το βλέμμα και συστήνω τους υπόλοιπους .Τον Αρίστο Δήμου (1), Πάνο Τίτη (2), την δεκαεφτάχρονη Ηρώ και τον χαμογελαστό Κυδία (3). Στο άκουσμα του ονόματος η γριά συνοφρυώνεται . «Κηδεία σε βάφτισαν παιδάκι μου»; «Μεγάλη ιστορία γιαγιά , μην τα ρωτάς» γελάει αυτός και της σκάει ένα φιλί στο μάγουλο μαζί με ένα «ευχαριστούμε». «Να πάτε στην ευχή του Θεού», μας χαιρετά και απομακρύνεται. Τα χέρια μου χωμένα στις τσέπες έχουν γίνει κρύσταλλα και τα πόδια μου στα πάνινα αθλητικά παπούτσια κολυμπάνε στο λασπόχιονο. «Εμπρός , έχουμε δρόμο κι είμαστε ψόφιοι» ακούω τον Πάνο να μουρμουρίζει . Οι λέξεις ηχούν περίεργα . Χείλη και γλώσσα κινούνται δύσκαμπτα. «Στην πρώτη ευκαιρία σταματάμε και ανάβουμε φωτιά» ακούγεται χαρούμενα ο πιτσιρικάς ο Κυδίας που δεν μασάει τίποτα. Ο Κυδίας που μέχρι τώρα συμπεριφέρεται σαν μαθητής σε πενθήμερη εκδρομή. Ένα κομμάτι νοτισμένο ψωμί εμφανίζεται απ` το πουθενά και κόβω μια μεγάλη μπουκιά πριν το περάσω στον διπλανό μου. Το ψωμί μυρίζει ψαρίλα . Ο Αρίστος δαγκώνει και το βάζει στο χέρι του Πάνου που έχει ανοίξει βήμα . Σμίγω τα φρύδια και χτενίζω με το βλέμμα το υγρό μισοσκόταδο μπροστά μου. Η αλλαγή στην κατεύθυνση που βαδίζει ο Κυδίας μου αποκαλύπτει το επόμενο καταφύγιο μας . Ένα γεφυράκι ! Χαμηλό και ασήμαντο , αλλά θα ξαποστάσουμε. Μισή ώρα αργότερα ζεσταίνουμε τα χέρια μας σε μια φωτιά που σιγοκαίει σ` ένα ντενεκέ. Τον ξετρύπωσε, φυσικά , ο Αρίστος. Είναι φορές που με κάνει να απορώ με το ταλέντο του να βρίσκει πράγματα την στιγμή που τα χρειαζόμαστε. Είμαστε όλοι σκοτωμένοι στην κούραση και παγωμένοι. Πέντε άνθρωποι σ` ένα μικρό κύκλο γύρω από λίγα αναμένα σκουπίδια που καπνίζουν ζεσταίνοντας τις παλάμες μας. «Πόσο κάναμε σήμερα ; » με σκουντάει ο Πάνος. «Ξέρω γω; Πάνω από εικοσιπέντε χιλιόμετρα . Μπορεί και τριάντα» μουρμουρίζω εξαντλημένος με τα μάτια καρφωμένα στις φλόγες. Μου `χει καρφωθεί η ιδέα πως όταν κοιτώ την φωτιά ζεσταίνομαι περισσότερο . Χαζομάρα, το ξέρω, αλλά τι πειράζει ; «Σαράντα πέντε» δηλώνει ο Αρίστος. «Έχει μια ταμπέλα εκεί». Κοιτάζω το «εκεί» . Αγριόχορτα και μια σκιά ανάμεσά τους που με λίγη φαντασία μοιάζει με ταμπέλα χιλιομετρικής απόστασης . «Θάμαστε έγκαιρα εκεί ; » Η Ηρώ ακούγεται σαν να έχει μαζέψει όλη της δύναμη για να προφέρει αυτές τις τρεις λέξεις. «Μάλλον» της χαμογελώ , καθώς της σφίγγω ενθαρρυντικά τον ώμο με την ζεσταμένη χούφτα μου . Τραβάει τον ώμο της ενοχλημένη . «Δεν της αρέσει να την αγγίζουν . Όχι μετά απ` όσα πέρασε» υπενθυμίζω στον εαυτό μου και ξανατεντώνω το χέρι στην φωτιά . «Έμεινε τίποτα για φαί»; ρωτάει ο Πάνος. Σιωπηλός αδειάζω τις τσέπες μου μπροστά τους . Οι άλλοι με μιμούνται και ο Αρίστος στρώνει την σακούλα για τραπεζομάντιλο. Το ψωμί που μας έδωσε ο φούρναρης εχθές το πρωί λιγόστεψε αλλά φτάνει για απόψε . Ας είναι καλά ο άνθρωπος . Τα τηγανητά ψάρια που ψάρεψε ο Αρίστος απ` τον κάδο έχουν πατηθεί και μοιάζουν μια αηδία και μισή . Κοιταζόμαστε κι έπειτα ο Κυδίας απλώνει το χέρι και σερβίρεται. «Είναι καλύτερα απ` ότι φαίνονται» αποφαίνεται, προσφέροντας στην Ηρώ. Με το πρώτο φως του ήλιοι σηκώνομαι απ` την γωνιά μου και κάνω μερικές κινήσεις για να ζεσταθώ. Κοιμηθήκαμε –όσο κοιμηθήκαμε- κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο αλλά δεν βοήθησε και πολύ. Παγώσαμε. Οι άλλοι αργοσαλεύουν και τεντώνονται. Σε λίγα λεπτά είμαστε πάλι στο δρόμο περπατώντας γρήγορα για να ζεσταθούμε. Ο ήλιος ανεβαίνει γρήγορα σε ένα ουρανό ασυννέφιαστο . Ζεσταίνει και μας φτιάχνει το κέφι. Όχι του πιτσιρικά του Κυδία. Αυτός γεννήθηκε χαρούμενος. Μεσημεράκι φτάνουμε σε μια ποτίστρα για ζώα και πλενόμαστε λιγάκι. Έχουμε να ρίξουμε νερό πάνω μας από την ώρα που διαβήκαμε τον Αχέροντα. Βρωμάμε. Πρώτα η Ηρώ, ενώ εμείς θαυμάζουμε την θέα απ` την άλλη μεριά . Τελειώνει , ξεμακραίνει και παίρνω σειρά. Ξεντύνομαι στα γρήγορά και αρχίζω να τρίβομαι με ένα πανί που το βρέχω στην ποτίστρα. Ο πιτσιρικάς με μιμείται. Ο Αρίστος και ο Πάνος ρίχνουν νερό πάνω τους σαν να `ναι καλοκαίρι. Οι πλάτες χαρακωμένες από παλιές επιμήκεις πληγές μισοκρύβονται κάτω απ` τα μακριά τους μαλλιά. «Τελειώνετε», ακούγεται η Ηρώ από μακριά, σε λίγες ώρες βραδιάζει. Τελειώνουμε και αρχίζουμε πάλι το βάδισμα. Ο ήλιος έχει δύσει από ώρα όταν τα πρώτα σπίτια φαίνονται μπροστά μας φωτισμένα. «Πόσο απέχει από εδώ το Σύνταγμα ;» ρωτά ο Πάνος. «Αύριο θα είμαστε εκεί. Προλαβαίνουμε μην ανησυχείς», απαντά ο Αρίστος και τον αγγίζει καθησυχαστικά στον ώμο. «Δεν ανησυχώ, βιάζομαι. Περίμενα πολύ» χαμογελά πικρά ο Πάνος. «Υπομονή , αύριο ξοφλάς » ανταποδίδει το χαμόγελο ο Αρίστος . «Αρκεί να βρούμε τα σχολεία απ` την Σπάρτη», μουρμουρίζει ο Πάνος. «Θα τα βρούμε». Τα μάτια του Αρίστου σπιθίζουν σαν κάρβουνα.. «Ξεκολλάτε επιτέλους με την Σπάρτη. Θα έχει παιδιά από παντού εκεί. Και όλα είναι δικά μας », αγριεύει η Ηρώ. «Ήρεμα κοπελιά» χαμογελά ο Αρίστος , «αφού ξέρεις ότι ο Πάνος έχει θέμα να αποδείξει» «Και εγώ έχω θέμα με τους Γερμανούς , αλλά για αυτό ήρθαμε ; » ακούγεται κουρασμένη η Ηρώ. «Σωστά ! Κι εγώ με τους Γάλλους, κι ο Μπάρμπα Γιάννης με τους Τούρκους, αλλά εδώ είμαστε γιά τα παιδιά» συμφωνεί ο μικρός. Έχουμε φτάσει από ώρα. Εμφανίστηκαν οι άντρες με τα κράνη , τις ασπίδες και τα ρόπαλα. Τα παιδιά στη θέα τους αγρίεψαν και άρχισαν τις βρισιές. Βλέπω την Ηρώ να ξεχύνεται. Διαστέλλεται , γίνεται τεράστια και σκεπάζει τέσσερα παιδιά πριν πέσει πάνω τους το καπνογόνο. Ο Πάνος τρελός από αγωνία ψάχνει με το βλέμμα. Τον σταματά ο Αρίστος. Του δείχνει ένα πανό . «Α΄ Λύκειο Σπάρτης». Ο Πάνος απλώνεται πηδώντας κατά `κει. Ανοίγει τα χέρια , μεγεθύνεται , γίνεται κάστρο που κλείνει μέσα του τα παιδιά . Τα ρόπαλα αναπηδούν πάνω του χωρίς ν` αγγίζουν τους μαθητές . Οι άνδρες βρίζουν , τα παιδιά βρίζουν, ο Πάνος ματώνει . Ουρλιάζει έναν παιάνα . Σάλια του κι αίματα λεκιάζουν τις ασπίδες. Δεν τα βλέπουν , δεν τον βλέπουν, δεν τον βλέπει κανείς εκτός από εμάς. Μόνο στα δικά μας μάτια γίνεται φανερό ότι με κάθε χτύπημα η μελανιά στο λαιμό γίνεται πιο άτονη , εξαφανίζεται. «Τον νου σου γέρο», μου φωνάζει λίγα βήματα δεξιά μου ο Αρίστος και δείχνει μια ομάδα άνδρες που κυνηγάνε μερικά παιδιά με σακίδια στην πλάτη. Τρέχω , τα αγκαλιάζω και νοιώθω την πλάτη μου να τραντάζεται από χτυπήματα. «Ε, μπάρμπα ! Μας έπρηξες τόσο καιρό ότι κουβαλάς πιότερες λαβωματιές από Έλληνες παρά από Τούρκους. Αύριο το πρωί τις μετράμε αν θέλεις» ακούω τον πιτσιρικά να με πειράζει . Τον βλέπω με την άκρη του ματιού μου τυλιγμένο πάνω σε μια κουβαριασμένη στο έδαφος μελαχρινή. Το ένα της πόδι ξυπόλητο. Το πουλόβερ της μισοσηκωμένο, αποκαλύπτει μιάς πιθαμής σάρκα. Με μάτια ορθάνοιχτα από κατάπληξη παρακολουθεί την μπότα να την κλωτσάει επανειλημμένα . Απ`την άλλη της μεριά ένα γκλομπ ανεβοκατεβαίνει με μανία. Δεν καταλαβαίνει γιατί δεν νοιώθει πόνο. Ο Κυδίας μου χαμογελάει πονεμένα και σφίγγεται πάνω της καθώς η μπότα ξαναβυθίζεται στο νεφρό του. Ξερός κρότος εκκωφαντικός ακούγεται στ` αριστερά μου. Σκεπάζει για μια στιγμή φωνές , βογγητά και βρισιές. Γυρνάω τρομαγμένος . Δεν βλέπω τίποτα. Μόνο τον Αρίστο που έχει στην αγκαλιά του ένα μισολιπόθυμο παιδί και τρέχει να το βγάλει έξω απ` τους καπνούς. Πιάνει το βλέμμα μου . Μου δείχνει. Το μάρμαρο στον Άγνωστο έχει σπάσει και από το ρήγμα έρχονται τ` αδέρφια μας... ----------------------- Σημειώσεις : 1) Ηρόδοτος , 7 (Πολύμνια) , 229........... 2) Ηρόδοτος , 7 (Πολύμνια) , 232........... 3) Παυσανίας, 9 (Φωκικά), 21, 5

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες` στη Χώρα. Στην εκκλησιά , στον κλίβανο, στο σπίτι, στ`αργαστήρι, παντού, στο κάστρο, στην καρδιά, τ` αποκαϊδια, οι στάχτες. πάει κι ο ψωμάς , πάει κι ο χαλκιάς, πάει κ` η γυναίκα, πάνε τα παλληκάρια, οι λειτουργοί, και του ρυθμού οι τεχνίτες, του Λόγου και οι προφήτες. Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά παρμένα και δε σφυροκοπά κανείς τ` άρματα και τ` αλέτρια, κ` η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείσει, δεν βρίσκει την πυρή ψυχή ψωμί για να το κάμη. Κι από κατάκρυα χόβολη μεστή η γωνιά , κι ακόμα και πιο πολύ από την γωνιά που του σπιτιού η καρδιά είναι, κακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου . Κρίμα. Κρίμα. Σκοτεινό ρέπιο κ` η εκκλησιά , και δίχως πολεμήστρες το κάστρο , και χορτάριασε κ` έγινε βοσκοτόπι. Κι ο μέγας Έρωτας μακριά, και ειν` άβουλος ο άντρας κι άπραχτος, και στο πλάι του χαμοσυρτή η γυναίκα κυρά της έχει τη σκλαβιά και δούλο της το ψέμα. Σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες` στη Χώρα. Τραγούδι των ηρώων! Εμπρός, τραγούδι των ηρώων! απάνου από τ` απόσταχτα , άναψε , ω φλόγα , λάμψε. Κανένα χέρι δε θα ιδής απάνου σου ν` απλώση, να θρέψη σε , να ζεσταθή , να πάρη απ` το θυμό σου, να σπείρη σε στην εκκλησιά , στον κλίβανο, στο σπίτι, να σε φωλιάση στην καρδιά , στο κάστρο, στ` αργαστήρι. Φλόγα, εσύ τότε αβοήθητη κ` έρμη εσύ φλόγα , κρύψου, Και κάμε τη μνημούρι σου τη στάχτη, και μη σβύσεις ! […] Κ. Παλαμάς, Πρόλογος, Η φλογέρα του βασιλιά

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Γύριζε

«Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.

Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περίγελα καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.

Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»

Κωστής Παλαμάς - 1908


[...]
Που θα κρατά τον όρκο δεν θα βρίσκει
χάρη καμμιά, μηδ` ο αγαθός ή ο δίκιος, -
μόνο ο κακός κι ο άδικος θα τιμούνται.
Στην δύναμην αντρός χυδαίου το δίκιο
θα βρίσκεται και μήτε που θα υπάρχει,
στη γην αυτή, η ντροπή. Και θα συντρίβει
το γενναίον ο δειλός δολοπλοκώντας,
και για τα ψέμματά του, όρκους θα παίρνει.
[...]

Ησίοδος, Έργα και Ημέρες, μεταφρ. Άρης Δικταίος
7ος πΧ αι.

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

ΕΠΕΙΓΟΝ
Αξιότιμον κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην.

Εχθρός προελαύνει, στοπ. Προσκυνημένοι βαίνουν αυξάνοντες ,στοπ. Πλειοψηφία αγνοεί πως ό,τι δεν ωφελεί το σμήνος δεν ωφελεί και την μέλισσα, στοπ. Κερκόπορτες ανοιχτές, στοπ. Εις την του Ρωμανού πύλην αριθμός τις αμύνεται μάλα ευρώστως, στοπ. Ηγέτης προ πολλού απών, στοπ. Άλωσις εν αυτή ταύτη τη στιγμή εν εξέλιξει, στοπ. Παρακαλώ υπενθυμίσατε τω Κυρίω την υπογραφή του, στοπ. Με τιμή Θ.Ε. , στοπ.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

τις πταίει ;

Οι λίγοι κακοί αλλά δραστήριοι πολίτες δεν θα μπορούσαν να βλάψουν την δημοκρατία , αν οι πολλοί και αδρανείς δεν τους άφηναν να την βλάψουν.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Η ζωή σε απόσταση, σελ 75, εκδόσεις των Φίλων


-Όταν ζει κανείς σ` ένα κράτος , πρέπει ή να το προστατεύει ή να το εγκαταλείψει. Όλα τα άλλα αποτελούν παρασιτισμό και κακολογίες λακέδων .
-Υπάρχει και η τρίτη δυνατότητα, τον απέκρουσε η Βάρια, που ένοιωσε να προσβάλλεται από την έκφραση κακολογίες λακέδων. Ένα άδικο κράτος μπορεί να το γκρεμίσουν και στην θέση του να χτίσουν κάποιο άλλο.
-Δυστυχώς, Βαρβάρα Αντρέγιεβνα, το κράτος δεν είναι ένα σπίτι, αλλά μάλλον δένδρο. Δεν το χτίζουν ΄ μεγαλώνει μόνο του , σύμφωνα με τους νόμους της φύσης, και η υπόθεση αυτή είναι μακροχρόνια. Εδώ δεν χρειάζεται χτίστης, αλλά κηπουρός μάλλον.

Μπόρις Ακούνιν, Το τούρκικο κόλπο, σελ. 78-79, εκδ.Σύγχρονοι ορίζοντες

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Περί κοινών νημάτων και πορφύρας

Γιατί εσύ θεωρείς τον εαυτό σου μια απλή κλωστή του χιτώνα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι όπως η κλωστή είναι ίδια με όλες τις άλλες του χιτώνα , έτσι κι εσύ φροντίζεις να μη διαφέρεις απ` τους άλλους ανθρώπους. Εγώ όμως θέλω να είμαι η πορφύρα! Το μικρό εκείνο λαμπρό νήμα , που κάνει τα άλλα νήματα του χιτώνα να φαίνονται όμορφα και κομψά . Τι μου λες δηλαδή : «γίνε όμοιος με το πλήθος ;» Μα τότε πως θα παραμείνω πορφύρα ; Αυτά (αυτές τις αλήθειες) είδε και ο Πρίσκος Ελβίδιος και έπραξε ανάλογα. Όταν ο Βεσπασιανός τον διέταξε να μη μπει στην συνεδρίαση της Συγκλήτου του απάντησε : «Είναι στο χέρι σου να με παύσεις από Συγκλητικό, αλλά όσο είμαι Συγκλητικός θα μπαίνω». «Εντάξει, να μπεις , αλλά να μη μιλήσεις» τον διατάζει ο Βεσπασιανός. «Μη με ανακρίνεις και δεν θα μιλήσω» . «Μα αφού ξέρεις ότι πρέπει να σε ανακρίνω». «Τότε και εγώ θα πω ότι θεωρώ σωστό». «Αν μιλήσεις θα σε εκτελέσω». «Γιατί; Είπα ποτέ ότι είμαι αθάνατος; Εσύ θα κάνεις το δικό σου και εγώ το δικό μου. Στο χέρι σου είναι να με εκτελέσεις και στο χερι μου να πεθάνω χωρίς φόβο. Στο χέρι σου να με εξορίσεις και στο δικό μου να φύγω χωρίς λύπη». Σε τι ωφέλησε τον Πρίσκο να είναι μόνος, ένας ; Σε τι ωφελεί η πορφύρα το ιμάτιο ;

Αρριανού, των Επικτήτου διατριβών , Α / β, 17-22


Διαρκούσε η αντιπαράταξη. Από τους δέκα Αθηναίους στρατηγούς κάθε μέρα στρατήγευε ο ένας. Ο Μιλτιάδης περίμενε υπομονετικά την μέρα του και τότε έγινε ο Μαραθώνας.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Η ζωή σε απόσταση, σελ. 64, εκδ των Φίλων


Κάποιος ρώτησε : « Πως θα καταλάβουμε τι ταιριάζει στη προσωπική μας ιδιοσυγκρασία ;»
«Όταν επιτίθεται ένα λιοντάρι» του απάντησε, «πως καταλαβαίνει ο ταύρος την δύναμή του και βγαίνει μπροστά να προστατεύσει όλο το κοπάδι ;»


Αρριανού, των Επικτήτου διατριβών, Α, β, 30